Τα τελευταία χρόνια η μία πρόκληση διαδέχεται την άλλη στον τουριστικό τομέα, που συνεχίζει να αποτελεί τον κύριο αιμοδότη της κυπριακής οικονομίας.

Μετά την υγειονομική κρίση, που στην ουσία μηδένισε τις αφίξεις βάζοντας λουκέτο και στα αεροδρόμια, ακολούθησε ο πόλεμος στην Ουκρανία, που συνεχίζει να μαίνεται και εσχάτως η νέα σύγκρουση στη γειτονιά μας, τη Μέση Αναστολή. Ιδιαίτερα η τελευταία, εφόσον δεν τερματιστεί σύντομα, αναμένεται να δοκιμάσει σκληρά τις αντοχές και την ανθεκτικότητα που ο κλάδος έδειξε να διαθέτει, όταν σε σύντομο χρόνο κατάφερε να μετριάσει την απώλεια της ρωσικής αγοράς.

Ήδη οι συνέπειες φαίνονται στη ροή αφίξεων από το Ισραήλ, που άρχισε να εξασθενεί επικίνδυνα, καθώς τον περασμένο Νοέμβριο οι επισκέψεις περιορίστηκαν σε 6 χιλ. περίπου, σε σχέση με 24 χιλ. τον Οκτώβρη και 17 χιλ. τον Νοέμβριο του 2022. Και εφόσον δεν υπάρξει αλλαγή του σκηνικού και συνεχιστούν τετραψήφιοι μόνο αριθμοί αφίξεων ή και χαμηλότεροι τους επόμενους μήνες, τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα, καθώς η τρύπα που θα ανοίξει στο σύνολο των αφίξεων θα πλησιάσει τις 400 χιλ., όσες περίπου και οι αφίξεις μέχρι τον Νοέμβριο πέρσι.

Η εξάρτηση της χώρας από τις αφίξεις Ισραηλινών δεν πέρασε απαρατήρητη ούτε από την Κεντρική Τράπεζα, καθώς αποτελεί έναν από τους λόγους για την οριακή προς τα κάτω αναθεώρηση των εκτιμήσεών της για την ανάπτυξη φέτος, αλλά και πηγή ανησυχίας για τυχόν περαιτέρω μείωση του ΑΕΠ. Όπως αναφέρεται στο τελευταίο  δελτίο της για τις μακροοικονομικές της προβλέψεις «σε σχέση με τις πιθανότητες για απόκλιση από το βασικό σενάριο των προβλέψεων, τείνουν να είναι συνολικά προς τα κάτω για το ΑΕΠ την περίοδο 2024-2026 και σχετίζονται κυρίως με τον αρνητικό αντίκτυπο από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή σε σχέση με την πορεία των επενδύσεων και του τουρισμού, καθώς και τον συνεχιζόμενο Ρώσο-Ουκρανικού πόλεμο, ιδιαίτερα σε σχέση με την πορεία των μη τουριστικών υπηρεσιών λόγω των κυρώσεων».

Ως εκ τούτου, καλείται ο τομέας και στο σύνολο τους οι τουριστικοί φορείς να διαχειριστούν τη συγκεκριμένη πρόκληση, όπως οφείλει και η Πολιτεία να δώσει τυχόν πρόσθετη βοήθεια για ενέργειες που θα αμβλύνουν τις επιπτώσεις. Το ιδανικό για τον τουρισμό μας, αλλά πολύ περισσότερο για την ίδια την ανθρωπιστική κρίση που προκαλεί ο πόλεμος στη Γάζα, θα ήταν αυτός να σταματήσει το συντομότερο. Εφόσον, όμως, ουδείς μπορεί να εγγυηθεί πότε θα γίνει αυτό, η τουριστική βιομηχανία χρειάζεται έγκαιρα να αναζητήσει εναλλακτικές αγορές, να ενισχύσει άλλες που άρχισαν να έχουν μια υπολογίσιμη ροή τουριστών και να βρίσκεται συνεχώς σε εγρήγορση για διατήρηση του ρεύματος από τις μεγάλες αγορές για τον κυπριακό τουρισμό. Καλείται, δηλαδή, να επαναλάβει αυτό που έμαθε με τη διαχείριση της απώλειας της ρωσικής αγοράς, με ενίσχυση και προσθήκη νέων δρομολογίων προς το νησί και με ενίσχυση συνεργασιών στο εξωτερικό προς αυτήν την κατεύθυνση.

Η προσπάθεια πρέπει να είναι συνεχής, όχι μόνο για τις συνεχόμενες προκλήσεις που αναφύονται στο εξωτερικό συνεπεία και της πολυπλοκότητας που χαρακτηρίζει πλέον τον κόσμο, αλλά και εξαιτίας του ανταγωνισμού. Το παρελθόν, πάντως, έδειξε πως η σύμπραξη του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, όπως και οι έγκαιρες κινήσεις, μπορούν να ξεπεράσουν κρίσεις και προκλήσεις, μικρές ή μεγάλες. Ελπίζουμε αυτό να γίνει και φέτος, για το καλό όλων.