Τον Ιούνιο του 2025 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε την Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Ανθεκτικότητα των Υδάτων, η οποία αποτελεί μια καίριας σημασίας πολιτική πρωτοβουλία, με άμεση ανάγκη υιοθέτησης και εφαρμογής από τα κράτη μέλη.
Η εν λόγω στρατηγική στοχεύει στην αναπροσαρμογή της βιομηχανικής και επενδυτικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο, ώστε να διασφαλίζεται η ανθεκτικότητα των οικονομιών που επηρεάζονται άμεσα από τη χρήση και τη διαχείριση των υδατικών πόρων.
Ουσιαστικά, το νερό αναγνωρίζεται πλέον ως ζήτημα ασφάλειας και ετοιμότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι οικονομικές απώλειες που προκύπτουν από ξηρασίες, πλημμύρες και τη ρύπανση των υδάτων επηρεάζουν άμεσα την παραγωγική βάση, τις επενδύσεις και την απασχόληση, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για μια ολοκληρωμένη, συνεκτική και μακροπρόθεσμη στρατηγική προσέγγιση.
Η Κύπρος αποτελεί μια χώρα με έντονη υδατική πίεση, υψηλή εξάρτηση από την αφαλάτωση και σημαντική παρουσία οικονομικών δραστηριοτήτων που απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού. Για τους λόγους αυτούς, η Στρατηγική για την Ανθεκτικότητα των Υδάτων οφείλει, ιδιαίτερα για τη χώρα μας, να αποτελέσει ένα οριζόντιο πλαίσιο χάραξης δημόσιας πολιτικής και όχι μια αποσπασματική περιβαλλοντική παρέμβαση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η αφαλάτωση μπορεί να αποτελεί μέρος της λύσης σε συνθήκες έντονης λειψυδρίας, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις:
- να προηγείται η μείωση της ζήτησης και η αποδοτική χρήση του νερού,
- να περιορίζεται το ενεργειακό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα,
- να αξιοποιούνται ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και καινοτόμες τεχνολογίες.
Για την Κύπρο, αυτό συνεπάγεται την ανάγκη αναβάθμισης του σχεδιασμού και λειτουργίας των μονάδων αφαλάτωσης, τη σύνδεση της υδατικής πολιτικής με την ενεργειακή μετάβαση καθώς και την ένταξη σχετικών επενδύσεων σε μελλοντικά χρηματοδοτικά εργαλεία. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί ουσιαστική μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ενώ παράλληλα η παροχή κατάλληλων κινήτρων προς τις επιχειρήσεις δύναται να ενισχύσει δράσεις μείωσης της ζήτησης του νερού στις παραγωγικές τους διαδικασίες.
Ένας από τους βασικότερους επηρεαζόμενους πυλώνες της κυπριακής οικονομίας είναι ο τουριστικός τομέας. Η ευρωπαϊκή στρατηγική θέτει σαφή κατεύθυνση προς τις επηρεαζόμενες επιχειρήσεις για υλοποίηση δράσεων εξοικονόμησης, επαναχρησιμοποίησης και ψηφιακής παρακολούθησης των υδατικών πόρων. Η ενσωμάτωση των αρχών αυτών στις εθνικές πολιτικές για τον τουρισμό μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα του κυπριακού τουριστικού προϊόντος, μειώνοντας ταυτόχρονα το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.
Σε ευρύτερο επίπεδο, η αποδοτική χρήση και η επαναχρησιμοποίηση νερού αναμένεται να ενσωματωθούν και στις περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις, επενδυτικές αξιολογήσεις και στη συμμόρφωση με την αναθεωρημένη οδηγία για τις βιομηχανικές εκπομπές. Για την Κύπρο, αυτό καθιστά αναγκαίο έναν έγκαιρο και ουσιαστικό διάλογο μεταξύ πολιτείας και επιχειρήσεων, ώστε τα νέα ρυθμιστικά εργαλεία να λειτουργήσουν ως κίνητρα και όχι ως εμπόδια για την επιχειρηματική δραστηριότητα και την ανταγωνιστικότητα της κυπριακής οικονομίας.
Η μετάβαση σε μια οικονομία ανθεκτική στις προκλήσεις που παρουσιάζονται στους υδατικούς πόρους δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη συστηματική εμπλοκή της επιχειρηματικής κοινότητας.
Η Ομοσπονδία Εργοδοτών & Βιομηχάνων Κύπρου (ΟΕΒ), ως θεσμικός κοινωνικός εταίρος, μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής σε εθνικό επίπεδο. Η ΟΕΒ μέσω στοχευμένων εκπαιδευτικών και ενημερωτικών δράσεων, καθώς και μέσω της υλοποίησης του Μέτρου «Προώθηση της Κυκλικής Οικονομίας στις Ξενοδοχειακές Εγκαταστάσεις», συμβάλλει ενεργά στην υιοθέτηση πρακτικών έξυπνης και αποδοτικής διαχείρισης των υδατικών πόρων, και στην εφαρμογή βιώσιμων επιχειρηματικών μοντέλων.
Παράλληλα, μέσα από πρόσθετες πρωτοβουλίες και σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς και τους επαγγελματικούς Συνδέσμους-μέλη της, η ΟΕΒ ενθαρρύνει τη μείωση της κατανάλωσης νερού, την επαναχρησιμοποίηση όπου αυτό είναι εφικτό και τη μετάβαση σε υπεύθυνες πρακτικές χρήσης, ιδίως σε τομείς με υψηλές υδατικές ανάγκες.
Συμπερασματικά, το νερό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως φυσικός πόρος, αλλά ως βασικός παράγοντας ενίσχυσης της ανθεκτικότητας και της ανταγωνιστικότητας της κυπριακής οικονομίας. Με σωστό σχεδιασμό και ουσιαστική συνεργασία μεταξύ κράτους και επιχειρήσεων, η βελτιωμένη διαχείριση του νερού μπορεί να μειώσει το λειτουργικό κόστος, να στηρίξει την αναπτυξιακή πορεία της χώρας και να διασφαλίσει τη διατήρηση της ίδιας της πηγής ζωής.
* Λειτουργός, Τμήμα Ενέργειας και Περιβάλλοντος (ΟΕΒ)