Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται πλέον σε μια καμπή επανακαθορισμού των παγκόσμιων συμμαχιών της. Η ανακοίνωση της συμφωνίας μεταξύ Βρυξέλλων και του Νέου Δελχί επιβεβαιώνει μια νέα φάση εξωστρέφειας της ΕΕ. Ξεκάθαρος πλέον στόχος, η ενίσχυση της στρατηγικής της αυτονομίας και η διαφοροποίηση από τις διαχρονικές της εξαρτήσεις — οικονομικές, ενεργειακές και γεωπολιτικές. Η ανακοίνωση της ιστορικής συμφωνίας ΕΕ – Ινδίας, αλλά και η παρατεταμένη συζήτηση γύρω από το παγωμένο — πλέον ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου — συμφωνητικό πλαίσιο με τις χώρες Mercosur, συνθέτουν το νέο γεω-πολιτικο-οικονομικο τοπίο.
Η «μητέρα όλων των συμφωνιών», Ευρωπαϊκή Ένωση και Ινδία
Η ιστορική Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου, η οποία χαρακτηρίστηκε ως «mother of all deals» από την Πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δημιουργεί μια τεράστια ζώνη ελεύθερου εμπορίου σχεδόν δύο δισεκατομμυρίων καταναλωτών, καταργώντας δασμούς σχεδόν όλης της αξίας των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς την Ινδία.
Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 4 δισ. ευρώ ετήσια εξοικονόμηση για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ενώ η ΕΕ αναμένει επιπρόσθετο όφελος από τον διπλασιασμό των εξαγωγών της προς την Ινδία έως το 2032. Παράλληλα, η συμφωνία ανοίγει την ινδική αγορά για αυτοκίνητα, μηχανήματα, φαρμακευτικά, οινοπνευματώδη και αγροδιατροφικά προϊόντα της Ευρώπης, ενώ δίνει ώθηση στην ινδική βιομηχανία ένδυσης, δερμάτινων και πολυτίμων λίθων.
Δεν πρόκειται, όμως, μόνο για μια συμφωνία εμπορίου. Περιλαμβάνει επίσης ενισχυμένη συνεργασία άμυνας και ασφάλειας, και πράσινης μετάβασης, με την ΕΕ να δεσμεύεται να στηρίξει την Ινδία στη μείωση ρύπων και εκπομπών της και στον σταδιακά πράσινο βιομηχανικό μετασχηματισμό της. Η συνεργασία περιλαμβάνει ανταλλαγή τεχνολογίας, κοινή παραγωγή οπλικών συστημάτων, συμμετοχή της Ινδίας σε επιλεγμένες ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες και τριμερείς συνεργασίες σε τρίτες χώρες.
Σε μια περίοδο παγκόσμιων αναταράξεων, η Ευρώπη εξασφαλίζει πρόσβαση σε μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές στον κόσμο και ίσως την απαραίτητη αντιστάθμιση απέναντι στις ασταθείς εμπορικές σχέσεις της Ευρώπης με τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Το παγωμένο μέτωπο Mercosur
Η παραπομπή της συμφωνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Mercosur στο Δικαστήριο της Ένωσης δημιουργεί μια νέα και απρόσμενη στροφή σε μία από τις πιο φιλόδοξες εμπορικές συμφωνίες της Ένωσης. Μετά από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μεταφέρει πλέον το βάρος από το πεδίο της πολιτικής – εμπορικής συναίνεσης σε μια αυστηρή νομική αξιολόγηση, δημιουργώντας καθυστερήσεις και αβεβαιότητες αποδεικνύοντας ότι μεγάλη πλειοψηφία των εκπροσώπων των χωρών στο Κοινοβούλιο επηρεάζονται από τις αγροτικές διαμαρτυρίες και την ένταση των αντιδράσεων των αγροτών.
Παρότι η απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου δημιουργεί σημαντική καθυστέρηση, δεν ανατρέπει οριστικά τη συμφωνία. Αντιθέτως, διασφαλίζει ότι πριν την πλήρη εφαρμογή της θα έχει υπάρξει ξεκάθαρη νομική αξιολόγηση, κάτι που πιθανόν να ενισχύσει τη βιωσιμότητα και τη σταθερότητα της συμφωνίας μακροπρόθεσμα, εάν τελικά αυτή επιτευχθεί.
Προσωπικά θεωρώ ότι, η καθυστέρηση δεν είναι απαραίτητα υπαναχώρηση, αλλά διαδικασία θεσμικής προσαρμογής. Η ΕΕ γνωρίζει ότι η Λατινική Αμερική είναι κρίσιμος οικονομικός και πολιτικός εταίρος — και φαίνεται ότι δεν πρόκειται να αφήσει άλλες δυνάμεις, όπως ΗΠΑ και Κίνα, να καλύψουν το κενό.
Επιπλέον, η ΕΕ δεν μπορεί να εγκαταλείψει το Mercosur αφού οι χώρες του είναι πλουσιότατες σε κρίσιμες πρώτες ύλες , από σόγια και κρέας έως σπάνια μέταλλα, απαραίτητα για το μέλλον της Ευρώπης. Μια συμφωνία με τις χώρες του Mercosur εξασφαλίζει εναλλακτικές πηγές τροφοδοσίας στην ευρωπαϊκή αγορά, μειώνοντας την εξάρτηση από ΗΠΑ και Κίνα. Επιπρόσθετα, η απελευθέρωση άνω του 90% των δασμών θα ενίσχυε σημαντικά τις εξαγωγές ευρωπαϊκών αυτοκινήτων, φαρμάκων, μηχανημάτων και υπηρεσιών στις χώρες αυτές. Αντίστοιχα, οι χώρες του Mercosur θα αποκτούσαν μεγαλύτερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά για αγροτικά προϊόντα, γεγονός που ενεργοποίησε τις έντονες ευρωπαϊκές αντιδράσεις, ειδικά από Γαλλία και Πολωνία.
Φυσικά, οι συμφωνίες για να επιτευχθούν πρέπει να έχουν εκατέρωθεν οφέλη, και γι’ αυτό η ΕΕ διαμορφώνει τις στρατηγικές της με τρόπο που να προσφέρει απτά πλεονεκτήματα και στους δύο εταίρους. Αυτός ο κανόνας δεν ισχύει μόνο για την Ινδία αλλά και για το Mercosur. Άλλωστε καμία συμφωνία δεν μπορεί να επιβιώσει πολιτικά αν δεν δημιουργεί πραγματική αξία για όλες τις πλευρές.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι συμφωνίες λειτουργούν ως μοχλός ισορροπίας: ούτε η Ευρώπη επιδιώκει μονομερή κέρδη ούτε οι εταίροι της αποδέχονται συμφωνίες που δεν τους αποφέρουν οφέλη. Έτσι, χτίζονται συμμαχίες που είναι βιώσιμες, δίκαιες και ανθεκτικές σε μελλοντικές προκλήσεις.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την ευρωπαϊκή οικονομία
Οι δύο αυτές μεγάλες συμφωνίες, μία ενεργή (Ινδία) και μία υπό αναστολή (Mercosur) λειτουργούν συμπληρωματικά και προσφέρουν άμεσα ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε νέες αγορές, ασφαλέστερη πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες, πολυδιάστατη εμπορική διπλωματία, που μειώνει την εξάρτηση από ΗΠΑ – Κίνα, διείσδυση σε αγορές υψηλών δημογραφικών και οικονομικών δυνατοτήτων, που μπορεί να αντισταθμίσει τη γήρανση της ευρωπαϊκής αγοράς και δημιουργία ενός νέου ασιατικού–ατλαντικού συστήματος εμπορίου, όπου η ΕΕ αποκτά ρόλο ισχυρού διαμεσολαβητή ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση.
Η Ευρώπη ανοίγει τα χαρτιά της και αυτά δείχνουν έναν σαφή στρατηγικό στόχο: να γίνει λιγότερο εξαρτημένη, πιο ευέλικτη και περισσότερο εξωστρεφής και δικτυωμένη σε παγκόσμιο επίπεδο.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Κύπρο
Οι εξελίξεις γύρω από τις μεγάλες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ έχουν άμεσο αλλά και έμμεσο αντίκτυπο για την Κύπρο. Παρότι η Κύπρος δεν είναι βαριά εξαγωγική οικονομία προς τις συγκεκριμένες αγορές, οι δυνατότητες που δημιουργούνται είναι σημαντικές, ιδίως αν η χώρα κινηθεί στρατηγικά.
Ήδη υπάρχει ενδιαφέρον στην Κύπρο για ενίσχυση των απαραίτητων υποδομων για μετατροπή της χώρας σε περιφερειακό Hub εισόδου προϊόντων στην ΕΕ, ειδικά στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Η πρόσβαση σε νέες αγορές μέσω μεγάλων εμπορικών συμφωνιών μπορεί να αυξήσει τη ροή προϊόντων προς την Ευρώπη. Η Κύπρος, ως φυσική πύλη Ανατολής – Δύσης, μπορεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση, τις διασυνδέσεις με Μέση Ανατολή – Ισραήλ – Ινδία. Αυτό δημιουργεί ευκαιρίες για εισαγωγές, αναδιανομή αγαθών, υπηρεσίες αποθήκευσης και επανεξαγωγής.
Την ίδια στιγμή, δημιουργείται χώρος για στοχευμένες κυπριακές niche εξαγωγές. Η Κύπρος δεν ανταγωνίζεται άμεσα χώρες με ισχυρή αγροτική παραγωγή και συνεπώς έχει περιθώριο να αξιοποιήσει προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας — όπως το χαλλούμι ΠΟΠ, το premium ελαιόλαδο και ειδικά ποιοτικά τρόφιμα. Η Ινδία, με την ταχέως αναπτυσσόμενη μεσαία τάξη της και το αυξανόμενο ενδιαφέρον για ευρωπαϊκά premium προϊόντα, μπορεί να αποτελέσει σημαντική νέα αγορά.
Στον τομέα των μεταφορών, logistics και ναυτιλίας, η εικόνα είναι ακόμη πιο θετική. Περισσότερο εμπόριο σημαίνει περισσότερα φορτία, περισσότερες ναυλώσεις, αυξημένη ζήτηση για ασφαλιστικές υπηρεσίες, νομικές υπηρεσίες, χρηματοδότηση εμπορίου και συναφείς δραστηριότητες. Η Κύπρος διαθέτει ήδη ένα ισχυρό ναυτιλιακό οικοσύστημα και μπορεί να πρωταγωνιστήσει προσφέροντας υψηλής ποιότητας υπηρεσίες γύρω από την αλυσίδα μεταφοράς και διαμετακόμισης. Επιπλέον, η Ινδία αποτελεί έναν τεράστιο αναδυόμενο εμπορικό «γίγαντα» που θα αυξήσει κατακόρυφα τη ζήτηση για ναυτιλιακές και μεταφορικές υπηρεσίες.
Τέλος, ο μεγαλύτερος τομέας στον οποίο η Κύπρος μπορεί να κερδίσει είναι αυτός των υπηρεσιών. Η Ινδία ανοίγει σταδιακά την οικονομία της σε επαγγελματικές υπηρεσίες, συμβουλευτική, τεχνολογικές λύσεις και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Με άλλα λόγια, οι νέες διεθνείς συμφωνίες της ΕΕ δεν αποτελούν μια μακρινή διπλωματική εξέλιξη, αλλά ένα πλαίσιο πραγματικών, απτών ευκαιριών και για την Κύπρο, αρκεί η χώρα να κινηθεί συντονισμένα και με φιλοδοξία.
Ανδρέας Ανδρέου
Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας KEBE