Η συνεχής έκθεση σε αρνητικές ή ανησυχητικές ειδήσεις μέσω διαδικτύου, γνωστή ως doomscrolling, αποτελεί πλέον ένα ευρέως αναγνωρισμένο φαινόμενο, με σημαντικές ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Άγχος, συναισθηματική εξουθένωση και κοινωνική απομόνωση συνδέονται όλο και συχνότερα με τη συστηματική κατανάλωση τέτοιου περιεχομένου. Πέραν όμως της ψυχολογικής διάστασης, το φαινόμενο εγείρει ουσιαστικά νομικά ερωτήματα, κατά πόσο οι ψηφιακές πλατφόρμες φέρουν ευθύνη για τον τρόπο προβολής του περιεχομένου και εάν η υπερβολική έκθεση μπορεί να θεμελιώσει αξιώσεις προστασίας της προσωπικότητας.

Στο κυπριακό και ευρωπαϊκό δίκαιο, το δικαίωμα στην προσωπικότητα εκτείνεται πέραν της σωματικής ακεραιότητας και περιλαμβάνει την ψυχική υγεία και την ψυχολογική ισορροπία. Η συνεχής έκθεση σε καταστροφολογικές ειδήσεις μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να θεωρηθεί προσβολή αυτών των εννόμων αγαθών. Σε περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται διαγνωσμένη ψυχική βλάβη, δεν αποκλείεται η θεμελίωση ευθύνης στη βάση της αδικοπραξίας.

Το ζήτημα παραμένει ο αιτιώδης σύνδεσμος, κατά πόσο η ζημία οφείλεται άμεσα στην έκθεση σε συγκεκριμένο περιεχόμενο και εάν αυτή προέκυψε μέσω αλγοριθμικής προώθησης και όχι αποκλειστικά προσωπικής επιλογής. Η απόδειξη αυτού του συνδέσμου αποτελεί σημαντική πρόκληση για τη νομική θεωρία και τη νομολογία. Ιδίως στην Κύπρο, όπου δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί σχετική νομολογία για το φαινόμενο του doomscrolling, η τεκμηρίωση τέτοιων αξιώσεων αναμένεται να αποτελέσει πεδίο μελλοντικής δικαστικής εξέλιξης.

Στην καρδιά του φαινομένου βρίσκονται οι αλγόριθμοι των ψηφιακών πλατφορμών, οι οποίοι λειτουργούν με γνώμονα τη μεγιστοποίηση της αλληλεπίδρασης. Είναι εμπειρικά τεκμηριωμένο ότι το αρνητικό περιεχόμενο προκαλεί μεγαλύτερη εμπλοκή, οδηγώντας στην περαιτέρω ενίσχυσή του. Δημιουργείται έτσι ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος, όπου ο χρήστης εκτίθεται σε ολοένα πιο έντονες ειδήσεις.

Το επιχειρηματικό μοντέλο των πλατφορμών βασίζεται στην προσοχή του χρήστη ως εμπορεύσιμο πόρο. Η παρατεταμένη παραμονή μεταφράζεται σε αυξημένα διαφημιστικά έσοδα, ενισχύοντας έμμεσα την προώθηση περιεχομένου που προκαλεί έντονα συναισθήματα. Στο πλαίσιο αυτό αναδύεται η έννοια της «ευθύνης σχεδιασμού», δηλαδή η ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο δομούνται και λειτουργούν τα συστήματα προώθησης.

Ο Κανονισμός για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA) εισάγει ένα νέο πλαίσιο υποχρεώσεων, περιλαμβάνοντας την αξιολόγηση και διαχείριση συστημικών κινδύνων. Οι επιπτώσεις των αλγορίθμων στην ψυχική υγεία μπορούν να ενταχθούν σε αυτούς, επιβάλλοντας στις πλατφόρμες τη λήψη μέτρων μετριασμού.

Παράλληλα, ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (GDPR) θέτει όρια στη χρήση αυτοματοποιημένων διαδικασιών και προφίλ χρηστών, ενισχύοντας τη διαφάνεια των αλγοριθμικών πρακτικών.

Η ευρωπαϊκή νομολογία έχει ήδη απομακρυνθεί από την αντίληψη των πλατφορμών ως ουδέτερων διαμεσολαβητών. Στην υπόθεση Delfi AS v. Estonia, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναγνώρισε ευθύνη πλατφόρμας λόγω ανεπαρκούς ελέγχου περιεχομένου. Αντίστοιχα, στην υπόθεση Google Spain, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέδειξε την ευθύνη των παρόχων στη διαχείριση της πληροφορίας.

Η ρύθμιση πρέπει, ωστόσο, να λαμβάνει υπόψη το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο και επιδέχεται περιορισμούς για την προστασία της υγείας και των δικαιωμάτων τρίτων. Η πρόκληση είναι η επίτευξη ισορροπίας χωρίς διολίσθηση σε λογοκρισία, με έμφαση στον τρόπο προώθησης και όχι στο ίδιο το περιεχόμενο.

Η διάδοση αρνητικών ειδήσεων συνδέεται συχνά με πρακτικές παραπληροφόρησης και δελεαστικού κλικ (clickbait). Η αυξημένη επισκεψιμότητα μεταφράζεται σε έσοδα, ενισχύοντας ένα μοντέλο που ευνοεί την ένταση και τον φόβο. Τίτλοι που δημιουργούν αίσθημα επείγοντος ή φόβου, μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των χρηστών και να τους οδηγήσουν σε λανθασμένες αποφάσεις, εγείροντας ζητήματα παραπλάνησης και καταναλωτικής προστασίας.

Η ΕΕ αναγνωρίζει πλέον την ψυχική υγεία ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής. Η υπερβολική έκθεση σε αρνητικό ψηφιακό περιεχόμενο ενδέχεται να αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω ρύθμισης, με μέτρα όπως αυξημένη διαφάνεια, εργαλεία ελέγχου περιεχομένου και υποχρεώσεις «ψηφιακής ευημερίας».

Το φαινόμενο του doomscrolling δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην ατομική ευθύνη του χρήστη, αλλά αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της ψηφιακής οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό αναδύεται η ανάγκη καθιέρωσης ενός «καθήκοντος ψηφιακής επιμέλειας», σύμφωνα με το οποίο οι πλατφόρμες οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις των αλγορίθμων τους.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν οι πλατφόρμες επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας, αυτό θεωρείται δεδομένο. Το ζητούμενο είναι εάν και σε ποιο βαθμό το δίκαιο θα τις υποχρεώσει να αναλάβουν την ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο το πράττουν.

* Δικηγόρος στη Λάρνακα