Ενώ τις προηγούμενες μέρες η κοινή γνώμη ήταν επικεντρωμένη στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς και στη συνέντευξη Tύπου του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη, δημοσιοποιήθηκε μια έρευνα με πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για την οικονομική ευχέρεια των νοικοκυριών στην Κύπρο.
Η έρευνα ήταν του Financial Wellbeing Institute και πραγματοποιήθηκε από την IMR – University of Nicosia και έφερε στο φως ανησυχητικές αλήθειες για τα οικονομικά των πολιτών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, το 38,4% των Κυπρίων εξακολουθεί να βρίσκεται στις δύο χαμηλότερες κατηγορίες χρηματοοικονομικής ευημερίας. Συγκεκριμένα, το 15,4% χαρακτηρίζεται ως «Οικονομικά Ευάλωτο» και το 23% ως «Οικονομικά σε Δυσκολία». Αντίθετα, μόνο το 33,9% κατατάσσεται στις δύο υψηλότερες βαθμίδες, ως «Οικονομικά Ασφαλές» ή «Οικονομικά Ευημερούν».
Ακόμα, η έρευνα έδειξε ότι τι οικονομικό άγχος παραμένει η πιο αδύναμη διάσταση της ζωής μας και συγκεκριμένα ότι σχεδόν ένας στους δύο πολίτες (49,5%) δηλώνει ότι τα οικονομικά ζητήματα του προκαλούν άγχος και στρες, ενώ το 45,1% αναφέρει ότι δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα οικονομικά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα που αφορούν τη συνταξιοδοτική επάρκεια. Σχεδόν οι μισοί Κύπριοι (45,1%) δηλώνουν ότι δεν πιστεύουν πως θα μπορέσουν να διατηρήσουν το σημερινό επίπεδο ζωής τους μετά τη συνταξιοδότηση.
Παράλληλα, οι πολίτες εκτιμούν κατά μέσο όρο ότι η κρατική σύνταξη που θα λαμβάνουν θα αντιστοιχεί στο 52,3% του τελευταίου μισθού τους, όταν το πραγματικό ποσοστό αναπλήρωσης του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπολογίζεται περίπου στο 42%.
Επίσης, η αύξηση του κόστους ζωής αναδείχθηκε ως η σημαντικότερη οικονομική ανησυχία για τους πολίτες.
Το 26,1% των ερωτηθέντων χαρακτήρισε το αυξημένο κόστος διαβίωσης ως τη μεγαλύτερη απειλή για την οικονομική του ασφάλεια, ενώ σχεδόν οι μισοί (48,8%) το συμπεριέλαβαν στις τρεις κυριότερες οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν.
Βλέποντας αυτά τα ευρήματα, διερωτώμαστε πώς θα αντιμετωπίσουμε αυτά τα προβλήματα για να βελτιώσουμε τη ζωή των πολιτών. Όταν μεγάλο μέρος των συμπολιτών μας αδυνατεί να τα βγάλει πέρα, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό ανησυχεί για το βιωτικό επίπεδο του μετά τη συνταξιοδότηση και μια άλλη μεγάλη μερίδα δηλώνει ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το υψηλό κόστος ζωής, αναρωτιόμαστε τι κάνουμε.
Η κυβέρνηση καλά κάνει και προβάλλει τη βελτίωση των οικονομικών δεικτών και τις αναβαθμίσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης, όμως, οφείλει να εγκύψει και στην πραγματική οικονομία, όπου τα στοιχεία είναι ανησυχητικά.
Έχουμε τη γνώμη ότι το κράτος θα πρέπει να ξεφύγει από τη λογιστική αξιολόγηση της οικονομίας και να δει τις πραγματικότητες που αφορούν τη διαβίωση των πολιτών. Και επειδή, οι μισθοί και τα μεροκάματα δεν μπορούν να αυξηθούν, επιβάλλεται να επικεντρωθούμε στη μείωση του κόστους ζωής. Τομείς, όπως το ηλεκτρονικό ρεύμα, τα καύσιμα, οι τιμές τροφίμων, το κόστος ενοικίου και αγοράς κατοικιών, οι σπουδές των παιδιών και άλλες ουσιαστικές ανάγκες των νοικοκυριών, θα πρέπει να τεθούν με ουσιαστικότερο τρόπο στο στόχαστρο της κυβερνητικής πολιτικής.
Αυτά τα θέματα δεν αντιμετωπίζονται με ασπιρίνες (όπως είναι οι επιχορηγήσεις ρεύματος και η μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα, κλπ), αλλά χρειάζονται εγχείρηση. Και εγχείρηση, σημαίνει τη λήψη πραγματικών μέτρων μείωσης του κόστους ζωής.
Δεν γνωρίζουμε κατά πόσον το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης συμφωνεί με αυτή την ριζοσπαστική προσέγγιση, όμως όλα τα άλλα τα είδαμε και δυστυχώς αποδείχθηκαν ημίμετρα. Είτε θα αποφασίσουμε σοβαρά να λύσουμε το πρόβλημα με το κόστος ζωής, είτε θα ανακυκλωνόμαστε στα ίδια και στα ίδια.