Ας αναλογιστούμε πόσο χρόνο από την καθημερινότητα μας αφιερώνουμε αλληλεπιδρώντας με φυσικά πρόσωπα, φίλους και συγγενείς. Σήμερα, αναμφισβήτητα, ένα μεγάλο μέρος αυτού του χρόνου αξιοποιεί τις ψηφιακές τεχνολογίες. Ο χρόνος φυσικής αλληλεπίδρασης είναι σαφέστατα μειωμένος σε σύγκριση με το χρόνο που χρησιμοποιούμε για να επικοινωνήσουμε μέσω εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων, φωνητικής κλήσης ή και μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αλλά ο χρόνος αλληλεπίδρασης με τα φυσικά πρόσωπα διαμέσου των ψηφιακών τεχνολογιών δεν είναι ο μόνος χρόνος τον οποίο θυσιάζουμε πίσω από κάποια οθόνη. Ας υπολογίσουμε για μια στιγμή πόσο χρόνο αφιερώνουμε αλληλεπιδρώντας με τον υπολογιστή, χωρίς τη φυσική παρέμβαση κάποιου προσώπου είτε χειριζόμενοι ένα επαγγελματικό εργαλείο είτε αναζητώντας πληροφορίες στο διαδίκτυο είτε ακόμα φροντίζοντας για την ψυχαγωγία και τη διασκέδαση μας.

Ο 21ος αιώνας «βλέπει» την ανθρωπότητα να αξιοποιεί το εργαλείο της πληροφορικής σε κάθε πτυχή της ζωής, και αντιλαμβάνεται ότι αυτό είναι απλά η αρχή ενός μεγάλου και απρόβλεπτου ταξιδιού. Οδηγός σε αυτό το ταξίδι είναι το λογισμικό, η κινητήρια δύναμη πίσω από κάθε δυνατότητα του υπολογιστή. Σήμερα ανάμεσα σε άλλα, έχουμε τη δυνατότητα να στέλνουμε και να λαμβάνουμε emails, να εκτελούμε μαθηματικούς υπολογισμούς, να διαχειριζόμαστε πελατολόγια, να ανταλλάζουμε φωτογραφίες αλλά και να συμμετέχουμε σε εικονικές μάχες, ακριβώς γιατί ένα λογισμικό σχεδιάστηκε για να μας προσφέρει αυτή τη δυνατότητα. Και το εύρος των δυνατοτήτων που δύναται να απολαμβάνουμε όσο τα χρόνια περνάνε, εξαρτάται από την εξέλιξη του λογισμικού, τον τρόπο ανάπτυξής του και το μοντέλο λειτουργίας και διάθεσής του.

Τι είναι το λογισμικό 

Με τον όρο λογισμικό περιγράφεται η διαδικασία μετατροπής των εντολών και των επιθυμιών του χρήστη σε μια γλώσσα κατανοητή για τον υπολογιστή. Ο υπολογιστής, λόγω της δομής και της αρχής λειτουργίας του, αντιλαμβάνεται μόνο δύο καταστάσεις. Την κατάσταση παροχής ισχύος και την κατάσταση διακοπής αυτής. Η ευφυΐα ενός μαθηματικού, του Τζορτζ Μπουλ, επέτρεψε κάνοντας χρήση των δύο αυτών καταστάσεων, τη διαμόρφωση ενός πλήρους και καλά ορισμένου μοντέλου, το οποίο μπορεί να εκτελέσει κάθε μαθηματική πράξη. Το λογισμικό μετατρέπει τις οδηγίες του χρήστη σε ένα σύνολο κατανοητών για τη μηχανή εντολών, εκτελεί τις πράξεις και εμφανίζει στο χρήστη το αποτέλεσμα σε μορφή που ο ίδιος αντιλαμβάνεται. Ως απλοϊκό παράδειγμα, ας θεωρήσουμε την υπολογιστική μηχανή που βρίσκεται ενσωματωμένη στο λειτουργικό σύστημα του υπολογιστή. Η ίδια η υπολογιστική μηχανή είναι ένα λογισμικό το οποίο με τη χρήση ενός γραφικού περιβάλλοντος παρουσιάζει τις επιλογές και τις δυνατότητές του. Ο χρήστης είτε με το ποντίκι είτε με το πληκτρολόγιο του επιλέγει να εκτελέσει κάποια μαθηματική πράξη ανάμεσα σε αριθμούς. Το λογισμικό, αναλαμβάνει να μετατρέψει τις εντολές του χρήστη σε γλώσσα κατανοητή για τον υπολογιστή, να ενεργοποιήσει τα συστήματα υπολογισμού, να εκτελέσει την πράξη αλλά και να μετατρέψει το αποτέλεσμα σε μορφή κατανοητή για το χειριστή. Και όλα αυτά τα βήματα εκτελούνται ακαριαία και χωρίς την παρέμβαση κάποιου φυσικού προσώπου. Κι αν το συγκεκριμένο παράδειγμα φαίνεται ως απλά μια ακολουθία καλά δομημένων βημάτων, ας αναλογιστεί ο αναγνώστης ότι σύγχρονα λογισμικά εκτελούν εκατομμύρια υπολογισμούς το δευτερόλεπτο επιτρέποντας την πλοήγηση αεροπλάνων, την πρόβλεψη καταστροφών και την παρακολούθηση έξυπνων πόλεων.

Οι δυνατότητες

Οι δυνατότητες των λογισμικών περιορίζονται από δύο παράγοντες: Το μέσο παραγωγής και το μέσο εκτέλεσης. Κάθε λογισμικό προγραμματίζεται με τη χρήση κάποιας γλώσσας προγραμματισμού. Ως μέσο παραγωγής, η γλώσσα προγραμματισμού καθορίζει το πού μπορεί το συγκεκριμένο λογισμικό να εκτελεστεί. Υπάρχουν γλώσσες προγραμματισμού για παράδειγμα οι οποίες επιτρέπουν τη σχεδίαση λογισμικού μόνο για λειτουργικό Windows. Όμως και το μέσο εκτέλεσης συχνά εντάσσει περιορισμούς στις ικανότητες του λογισμικού. Για παράδειγμα, ένας υπολογιστής με εξαιρετική κάρτα γραφικών και ισχυρό επεξεργαστή συχνά κρίνεται ικανότερος από κάποιον άλλο, ειδικά αν το ζητούμενο είναι η ομαλή εκτέλεση ενός λογισμικού όπως παιχνίδια τελευταίας γενεάς.

Στα πρώτα χρόνια χρήσης των υπολογιστών, το λογισμικό δεν ήταν απαραίτητα ένα εμπορεύσιμο προϊόν. Αρχικά, το λογισμικό σχεδιάζονταν αποκλειστικά για ερευνητές ή εταιρίες και προσαρμοζόταν στις τρέχουσες ανάγκες τους. Στις πλείστες μάλιστα των περιπτώσεων, το λογισμικό σχεδιαζόταν από τους ίδιους του χειριστές του. Χρειάστηκε να φτάσουμε στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όπου η IBM διατυπώνει τη θεωρία ότι τα δεδομένα του υπολογιστή μπορούν να αποτυπωθούν σε μια συγκεκριμένη δομή, η οποία θα επιτρέπει τη χρήση τους από διαφορετικά λογισμικά. Ήταν η στιγμή όπου γεννήθηκε η ιδέα ότι ένα λογισμικό μπορεί να μεταφερθεί σε διαφορετικό υπολογιστή. Όμως χρειάστηκε να φτάσουμε στη δεκαετία του 1980 για να συναντήσουμε λογισμικό ευρείας χρήσης. Συγκεκριμένα, στις αρχές της δεκαετίας, η ΙΒΜ αναθέτει στην άγνωστη και μικρή τότε εταιρία Microsoft να σχεδιάσει το λειτουργικό για τον νέο υπολογιστή που λάνσαρε στην αγορά. Το MS-DOS διατίθεται με κάθε υπολογιστή IBM και για κάθε αντίτυπο, η Microsoft κερδίζει 40 δολάρια. Παράλληλα, η ευχρηστία του λειτουργικού και η ευρεία διάδοση των προσωπικών υπολογιστών σηματοδοτούν την έναρξη της νέας και δυναμικά εξελισσόμενης αγοράς του λογισμικού. Τα επόμενα χρόνια, οι εταιρίες παρουσιάζουν στην αγορά τις δικές τους λύσεις σε λογισμικά, ενώ η Microsoft και η Apple φαίνεται να κατέχουν τα ηνία.

Το λογισμικό και οι προγραμματιστές ήταν έτοιμοι να φτάσουν την τεχνολογία στα όρια της. Νέες γλώσσες προγραμματισμού έκαναν συνεχώς την εμφάνισή τους παρέχοντας σημαντική ισχύ στα χέρια των δημιουργών. Οι πρώτοι περιορισμοί προέρχονταν αυστηρά από το μέσο εκτέλεσης. Στα πρώτα βήματα, το λογισμικό επέτρεπε στο χρήστη να εισάγει απλά δεδομένα μέσω του πληκτρολογίου. Τα περιβάλλοντα αλληλεπίδρασης ήταν απλοϊκά και οι δυνατότητες περιορισμένες. Σημαντικός παράγοντας που επηρέαζε την εξέλιξη, τα αποθηκευτικά μέσα. Τα λογισμικά διατίθεντο μέσω δισκετών οι οποίες έπασχαν από τις εξαιρετικά μικρές αποθηκευτικές τους ικανότητες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της εποχής το παιχνίδι Monkey Island 2: LeChuck’s Revenge για Amiga από την εταιρία Lucas Arts, το οποίο απαιτούσε 11 δισκέτες. Ο παράγοντας αυτός αύξανε δραματικά το κόστος διανομής ενώ παράλληλα μείωνε την αξιοπιστία των καταναλωτών στην τεχνολογία, δεδομένου ότι οι φθορές και οι αστοχίες στα αποθηκευτικά μέσα της εποχής ήταν σύνηθες. Σύντομα όμως τα αποθηκευτικά μέσα αντικαθίστανται με νεότερα και σύγχρονα όπως το CD. Ένα CD έχει χωρητικότητα που αντιστοιχεί σε 486 δισκέτες μεγέθους 3.5 ιντσών. Οι προγραμματιστές αποκτούν στη φαρέτρα τους ένα ισχυρό εργαλείο το οποίο εμφανίζεται στην αγορά παράλληλα με την ισχυρή ενίσχυση της τεχνολογίας των επεξεργαστών. Πολύ σύντομα μάλιστα, στην αγορά εισέρχεται και το DVD το οποίο λύνει πρακτικά το θέμα του μεταφέρσιμου αποθηκευτικού χώρου. Οι προγραμματιστές αναπτύσσουν εφαρμογές χωρίς να έχουν στο μυαλό τους κλασικούς περιορισμούς. Την ίδια στιγμή όμως μια νέα πρόκληση κάνει την εμφάνισή της: Το διαδίκτυο.

Επορική διακίνηση 

Το διαδίκτυο επιτρέπει στους χρήστες να έχουν άμεση πρόσβαση σε λογισμικά χωρίς να απαιτείται φυσικό μέσο μεταφοράς (DVD, CD ή δισκέτα). Πολλές ιστοσελίδες επιτρέπουν νόμιμα την εμπορική διακίνηση λογισμικού. Ο χρήστης πληρώνει και κατεβάζει το λογισμικό στον υπολογιστή του. Πολλά λογισμικά μάλιστα, επιτρέπουν στους χρήστες τη δοκιμαστική έκδοση του λογισμικού για συγκεκριμένη περίοδο χωρίς καμία δέσμευση. Η αγορά του λογισμικού περνά στην επόμενη φάση. Οι εταιρείες αντιλαμβάνονται ότι η ψηφιακή διακίνηση μειώνει το κόστος δεδομένου ότι αφαιρεί έξοδα συσκευασίας και παραγωγής του CD/DVD. Αλλά οι ταχύτητες του διαδικτύου δεν επιτρέπουν τη διακίνηση μεγάλων αρχείων. Είναι όμως θέμα χρόνου. Σύντομα οι ταχύτητες του διαδικτύου θα αυξηθούν και η εμπορία λογισμικού ως φυσικό μέσο φαίνεται να αποτελεί παρελθόν. Η ψηφιακή όμως διακίνηση επιτρέπει τη γιγάντωση του θανάσιμου εχθρού του λογισμικού, της πειρατείας. Οι εταιρίες δαπανούν εκατομμύρια στην ανάπτυξη συστημάτων προστασίας των προϊόντων τους ενώ συσπειρώνονται στην τιμωρία ιστοσελίδων παράνομης διακίνησης.

Παράλληλα, όσο τα χρόνια περνούν, το λογισμικό ανοικτού κώδικα φαίνεται να κερδίζει έδαφος. Οι ακτιβιστές της πληροφορικής διακινούν νόμιμα λογισμικό για το οποίο δεν απαιτείται χρηματικό αντίτιμο. Η φιλοσοφία πίσω από την ανάπτυξη και τη διάδοση του ανοικτού λογισμικού ορίζει ότι αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αντιγραφεί, μελετηθεί, τροποποιηθεί και αναδιανεμηθεί χωρίς περιορισμό. Η οικονομική βιωσιμότητα του ανοικτού λογισμικού και τα κίνητρα των προγραμματιστών αποτελούν αντικείμενο αυτόνομου άρθρου. Σε κάθε περίπτωση όμως, το ανοικτό λογισμικό παρέχει εναλλακτικές στους χρήστες, οι οποίες στις πλείστες των περιπτώσεων είναι εξίσου καλές (και σε πολλές περιπτώσεις καλύτερες) από αντίστοιχες εμπορικές λύσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα λογισμικών ανοικτού κώδικα είναι τα Libre Office (πλατφόρμα αντίστοιχη του Microsoft Office), το Mozilla Firefox (λογισμικό πλοήγησης στο διαδίκτυο) και τα Linux και Android (λειτουργικά συστήματα).

Εμπορικό λογισμικό

Το εμπορικό λογισμικό ξεκινά να διερευνά διαφορετικά μοντέλα εισαγωγής στην αγορά. Παραδοσιακά, το λογισμικό αποτελούσε προϊόν το οποίο ο χρήστης προμηθευόταν και μπορούσε να χρησιμοποιεί για πάντα (lifetime licenses). Η εταιρεία παρείχε για περιορισμένο (ή και όχι) διάστημα διορθώσεις και βελτιώσεις, με τις πλείστες εξ αυτών να παρέχονταν στο χρήστη χωρίς χρέωση. Συχνά όμως, οι εταιρίες κυκλοφορούσαν στην αγορά επόμενες εκδόσεις του λογισμικού οι οποίες περιλάμβαναν σημαντικές αναβαθμίσεις, αλλά ζητούσαν από τους χρήστες να προβούν σε εκ νέου αγορά. Τα επιχειρηματικά μοντέλα που χρησιμοποιήθηκαν στην αγορά λογισμικού κατά τη δεκαετία του 1990 αλλά και του 2000 ποικίλουν. Πολλές εταιρίες για παράδειγμα προσφέρουν ειδικές τιμές σε χρήστες οι οποίοι κατείχαν προηγούμενες εκδόσεις του λογισμικού ώστε να αναβαθμίσουν σε νεότερες. Παράλληλα, υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες εταιρίες δέσμευαν με ετήσια συμβόλαια τους πελάτες τους προκειμένου να παρέχουν τεχνική υποστήριξη σε αυτούς. Σε κάθε περίπτωση όμως, το λογισμικό βρισκόταν στα χέρια του χρήστη, γεγονός το οποίο εγκυμονεί δύο μεγάλους κινδύνους.

Ο πρώτος κίνδυνος σχετίζεται με τις ανάγκες του αγοραστή. Γιατί ο πελάτης να προμηθευτεί την επόμενη έκδοση του λογισμικού αν με την υφιστάμενη έκδοση μπορεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του; Η εταιρία προγραμματισμού του λογισμικού δεσμεύει πόρους προκειμένου να συντηρεί το προϊόν της, χωρίς όμως οι βελτιώσεις και διορθώσεις που προκύπτουν να χρεώνονται στους καταναλωτές. Ουσιαστικό οικονομικό όφελος έρχεται μόνο από την αγορά νέων εκδόσεων. Όμως υπάρχουν τόσα νέα χαρακτηριστικά τα οποία να αναγκάζουν το χρήστη σε νέα επένδυση; Για παράδειγμα ένα λογισμικό κειμενογράφου τύπου Microsoft Word. Η αρχική αγορά γίνεται με υψηλό κόστος και η εταιρία προγραμματισμού δεσμεύεται να παρέχει αναβαθμίσεις ασφαλείας δωρεάν. Ο χρήστης συνηθίζει τη χρήση του λογισμικού και προσαρμόζεται στις ικανότητες του. Η Microsoft όμως δεν έχει άμεσο οικονομικό όφελος από την χρήση. Μόνη ευκαιρία για νέα έσοδα είναι η πώληση της επόμενης έκδοσης του λογισμικού. Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά εκείνα τα οποία θα πείσουν το χρήστη να αφήσει πίσω το λογισμικό του και να προβεί σε νέα αγορά; Το μοντέλο, για τις εταιρίες παραγωγής λογισμικού φαίνεται ξεκάθαρα ότι πάσχει.

Ο δεύτερος κίνδυνος σχετίζεται με την πειρατεία. Αν το λογισμικό βρίσκεται στα χέρια του πελάτη, αργά ή γρήγορα ένας ταλαντούχος hacker θα καταφέρει να παρακάμψει τους μηχανισμούς ασφαλείας που το προστατεύουν. Η εταιρεία δε διατηρεί επαφή με το χρήστη, με αποτέλεσμα να μην έχει εικόνα για το αν το λογισμικό χρησιμοποιείται από χειριστές που το προμηθεύτηκαν νόμιμα ή όχι.

Όπως είναι αναμενόμενο, αυτές οι παράμετροι επηρέασαν δραματικά την αγορά λογισμικού και οδήγησαν σε μεγάλες αυξήσεις των τιμών. Οι εταιρίες διαπίστωναν ότι η μόνη πηγή εσόδων τους είναι η αρχική αγορά του λογισμικού ενώ παρατηρούσαν ότι τα διαφυγόντα κέρδη από την πειρατεία είναι τεράστια. Η αύξηση όμως των τιμών προκάλεσε μια δικαιολογημένη στροφή στο λογισμικό ανοικτού κώδικα, ακόμα και σε περιπτώσεις που οι ικανότητες του ήταν περιορισμένες σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Όμως, η μεγάλη εμπλοκή ικανών προγραμματιστών στα λογισμικά αυτά, έφερε ανησυχία στις εταιρίες παραγωγής εμπορικού λογισμικού, γιατί έβλεπαν ότι είναι θέμα χρόνου η κατάρρευση.

Το λογισμικό ως υπηρεσία 

Τα τελευταία χρόνια η επιστήμη της πληροφορικής καταγράφει αφενός την εξαιρετική αναβάθμιση των ταχυτήτων του διαδικτύου και αφετέρου την συνύπαρξη πολλών διαφορετικών υπολογιστικών πλατφορμών. Σήμερα υπολογιστής δεν θεωρείται μόνο ο συμβατικός υπολογιστής αλλά και το κινητό μας, η παιχνιδομηχανή μας, ακόμα και η τηλεόρασή μας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τα προβλήματα τα οποία οι εταιρίες λογισμικού αντιμετώπισαν, ώθησε τους επιστήμονες και την αγορά να διαμορφώσουν μια νέα γενιά λογισμικού.

Η νέα γενιά ονομάζεται «Λογισμικό ως υπηρεσία» (Software As A Service – SAAS). Σύμφωνα με αυτή την τεχνολογία, το λογισμικό δεν είναι εγκατεστημένο στον υπολογιστή σου, αλλά προσβάσιμο μέσα από την εφαρμογή του φυλλομετρητή σου (browser). Το πιο απλό ίσως παράδειγμα είναι η εφαρμογή ελέγχου της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μας. Παλαιότερα, αλληλοεπιδρούσαμε με την αλληλογραφία μας χρησιμοποιώντας κάποιο εργαλείο όπως το open source λογισμικό Mozilla Thunderbird ή την εμπορική εφαρμογή Microsoft Outlook. Σήμερα, μπορούμε να συνδέσουμε όλους τους λογαριασμούς ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μας στην υπηρεσία Gmail και να εκτελέσουμε όλες τις σχετικές εργασίες μέσα από μια σελίδα του φυλλομετρητή μας, χωρίς να χρειάζεται να εγκαταστήσουμε κανένα λογισμικό. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι η διεύθυνση του Gmail και ένας λογαριασμός. Μάλιστα, το Outloook παρέχει αντίστοιχη διαδικτυακή εφαρμογή, η οποία μπορεί να εκτελέσει όλα όσα σχεδόν η συμβατική έκδοση της προσφέρει.

Το λογισμικό ως υπηρεσία μεταφέρει τις εφαρμογές στο διαδίκτυο είτε αυτές είναι εμπορικές είτε όχι. Το παράδειγμα του Gmail αντιστοιχεί σε μια χωρίς χρέωση εφαρμογή ενώ το Microsoft Office 356 είναι από τα πλέον κλασικά παραδείγματα εμπορικής εφαρμογής. Η γνωστή σουίτα εφαρμογών γραφείου Word, Excel κλπ. έχουν μετατραπεί σε διαδικτυακές εφαρμογές, προσβάσιμες από κάθε σύγχρονο φυλλομετρητή. Και τα πλεονεκτήματα προφανώς είναι πολλά.

Το πρώτο μεγάλο πλεονέκτημα των λογισμικών ως υπηρεσία είναι προφανώς το κόστος. Ο τελικός χρήστης πληρώνει το λογισμικό για όσο το χρησιμοποιεί. Δεν είναι όλων των χρηστών οι ανάγκες οι ίδιες. Έως πρότινος, αν για παράδειγμα ένας φοιτητής ήθελε να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες ενός σχεδιαστικού προγράμματος μόνο και μόνο για την κατασκευή του εξωφύλλου της διπλωματικής του εργασίας, έπρεπε να προμηθευτεί λογισμικό χιλιάδων ευρώ. Ο επαγγελματίας γραφίστας ο οποίος χρησιμοποιεί το εν λόγω λογισμικό καταφέρνει να αποσβέσει την επένδυση αγοράς του. Ο φοιτητής όμως όχι. Σήμερα, δεδομένου ότι ο καθένας πληρώνει ανάλογα με τη χρήση, όλα τα εργαλεία είναι προσβάσιμα και δίκαια τιμολογημένα.

Παράλληλα, η επένδυση των χρηστών σε λογισμικά χιλιάδων ευρώ ουσιαστικά τούς δέσμευε στη μη αναζήτηση εναλλακτικών. Αν η εταιρία είχε επενδύσει σημαντικά οικονομικά κεφάλαια, δύσκολα θα εγκατέλειπε προτού νιώσει ότι έχει αποσβέσει. Με το λογισμικό ως υπηρεσία όμως έχει τη δυνατότητα να δοκιμάσει πολλαπλές λύσεις και να καταλήξει σε αυτή όπου ταιριάζει καλύτερα στις ανάγκες της. Το γεγονός αυτό μάλιστα, επιτρέπει και σε νέους προγραμματιστές να επιχειρήσουν να κυκλοφορήσουν τις λύσεις τους, ακόμα και αν η αγορά θεωρείται κορεσμένη.

Ένα επιπλέον όφελος για της εταιρίες είναι ότι δεν χρειάζεται να ανησυχούν για τις απαιτήσεις των υπολογιστικών τους συστημάτων. Αρχικά, να σημειωθεί ότι τα λογισμικά ως υπηρεσία λειτουργούν ανεξαρτήτως λειτουργικού συστήματος. Η ίδια έκδοση λογισμικού εκτελείται σε Windows, Apple και Linux. Το ίδιο αποτέλεσμα εμφανίζεται και σε κινητά τύπου Android και σε iPhone με iOS. Το γεγονός αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό γιατί έως πρότινος η απαίτηση για συγκεκριμένο λειτουργικό περιόριζε τις επιλογές των εταιριών. Παράλληλα, τα λογισμικά ως υπηρεσία ελάχιστα εξαρτούνται από την υπολογιστική δομή των συσκευών. Αρκεί να πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις και το λογισμικό εγγυάται ότι θα λειτουργεί ομαλά, χωρίς προβλήματα που σχετίζονται με την υπολογιστική ικανότητα των υπολογιστών. Τέλος το άγχος της συνεχούς αναβάθμισης των συστημάτων. Η ίδια η Google μάλιστα αναπτύσσει πλατφόρμα η οποία επιτρέπει ακόμα και στα πιο απαιτητικά παιχνίδια να εκτελούνται ως λογισμικό υπηρεσίας, χωρίς να απαιτείται ειδικός εξοπλισμός στον υπολογιστή.

Επίσης, τα λογισμικά ως υπηρεσία εγγυώνται στους χρήστες ότι εκτελείται πάντα η τελευταία έκδοση αυτών. Πάρα πολλά από τα προβλήματα ασφαλείας των υπολογιστών οφείλονται στο γεγονός ότι τα λογισμικά δεν είναι επικαιροποιημένα στην τελευταία και ασφαλέστερη έκδοση τους. Κάθε λογισμικό έχει προβλήματα. Τόσο οι εταιρίες κατασκευής όσο και οι hackers είναι σε ένα συνεχές αγώνα εντοπισμού κενών ασφαλείας. Κάθε φορά που εταιρία εντοπίζει μια ρωγμή ασφαλείας αναβαθμίζει το λογισμικό. Οι χρήστες όμως δεν προβαίνουν απαραίτητα σε συνεχείς αναβαθμίσεις. Τα λογισμικά ως υπηρεσία παρέχουν τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια.

Προσβάσιμα από παντού 

Σημαντικό πλεονέκτημα των λογισμικών ως υπηρεσία είναι το γεγονός ότι είναι προσβάσιμα από κάθε υπολογιστή. Τα παραδοσιακά λογισμικά απαιτούν εγκατάσταση, με τις άδειες πολλών εξ αυτών να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με καθορισμένες συσκευές. Με άλλα λόγια, μόνο σε συγκεκριμένους υπολογιστές μπορούσε να εκτελεστεί κάποιο λογισμικό. Στο λογισμικό ως υπηρεσία μπορούμε να έχουμε πρόσβαση από κάθε ηλεκτρονική συσκευή. Και σε πολλές περιπτώσεις, την εφαρμογή ακολουθούν και τα αρχεία μας. Μπορούμε για παράδειγμα από κάθε συνδεδεμένο στο διαδίκτυο υπολογιστή να συνδεθούμε στην υπηρεσία Microsoft Office 365 και να συνεχίσουμε τη σύνταξη του αρχείου που ξεκινήσαμε στο γραφείο σήμερα το πρωί. Άλλο ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η γνωστή πλατφόρμα Netflix. Το Netflix επιτρέπει να συνδεθούμε στο λογαριασμό μας από κάθε υπολογιστική συσκευή, να παρακολουθήσουμε την ταινία και τη σειρά που μας ενδιαφέρει, χωρίς να χρειαστεί να κατεβάσουμε την ταινία και χωρίς να πρέπει να εγκαταστήσουμε κάποιο συγκεκριμένο λογισμικό.

Η τιμή του λογισμικού επανέρχεται σε λογικά επίπεδα και το μέλλον της αγοράς διαγράφεται λαμπρό. Το λογισμικό ως υπηρεσία προστατεύει τις εταιρίες από την πειρατεία και θέτει ένα τέλος στη χρόνια εκμετάλλευση των κόπων των προγραμματιστών. Οι χρήστες είναι συνδεδεμένοι με την εταιρία και το λογισμικό δεν μπορεί να εκτελεστεί χωρίς την επίβλεψη της. Με το πέρας των χρόνων ενδεχομένως να παρουσιαστούν κενά ασφαλείας τα οποία θα αναζωπυρώσουν την ασυδοσία παράνομης διακίνησης. Σήμερα όμως η αγορά είναι προετοιμασμένη και ξέρει ότι παράλληλα με τη θωράκιση του λογισμικού, πρέπει να γίνεται επένδυση στα κίνητρα που παρέχονται στο χρήστη.