Στροφή προς λιγότερο ριψοκίνδυνα περιουσιακά στοιχεία έχουν κάνει οι τράπεζες, δηλαδή σε μετρητά και κρατικά ομόλογα, τα οποία στο σύνολο αποτελούν το ένα τρίτο στον ισολογισμό τους.
Τα δάνεια παραμένουν φυσικά η μεγαλύτερη κατηγορία περιουσιακών στοιχείων, 50% περίπου, αν και το ποσοστό είναι χαμηλότερο από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στο Πρόγραμμα Σταθερότητας 2021-2024, που ετοίμασε το Υπουργείο Οικονομικών και απέστειλε στην Κομισιόν, περιγράφεται η εικόνα του τραπεζικού συστήματος και, όπως σημειώνεται, κατά τα τελευταία τρία έτη (2018-2020) το μέγεθος του ενεργητικού του τραπεζικού τομέα παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερό, διαθέτοντας περιουσιακά στοιχεία €59 δισ. ή 280% του ΑΕΠ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο τραπεζικός τομέας παραμένει καλά κεφαλαιοποιημένος. Ο δείκτης κοινών μετοχών CET1 έφτασε το 17,6% στα τέλη του 2020, καταγράφοντας μικρή αύξηση σε σύγκριση με 17,3% στο τέλος του 2019. Ο δείκτης φερεγγυότητας αυξήθηκε σε 20,3%, από 19,9% στο τέλος του 2019. Η ποιότητα του ενεργητικού των δανείων, σύμφωνα με το Πρόγραμμα, παραμένει η πιο σημαντική πρόκληση που αντιμετωπίζουν τα πιστωτικά ιδρύματα, αν και σημειώθηκε σημαντική πρόοδος τα τελευταία χρόνια.
Οι εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα εξακολουθούν να θεωρούνται πηγή μειωμένου κινδύνου, κυρίως λόγω του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Επιπλέον, καθώς οι επιδημικές συνέπειες συνεχίζουν να εξελίσσονται, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν αυξημένους κινδύνους σε επίπεδο ποιότητας, κερδοφορίας και κεφαλαίου. Σημαντικά βήματα για την αποτελεσματική μείωση του επιπέδου των προβληματικών δανείων γίνονται συνεχώς, ενώ το τραπεζικό σύστημα υποστηρίζεται από ανθεκτική κεφαλαιακή θέση και πλεόνασμα ρευστότητας, διατηρώντας τους σημαντικούς κινδύνους σε μεσαίο επίπεδο.
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια για το 2020 μειώθηκαν από €9 δισ. (28% των ακαθάριστων δανείων) στην αρχή του έτους σε 5,1 δισ. (18% των ακαθάριστων δανείων). Σημειώνεται επίσης ότι ένα αποτελεσματικό νομικό πλαίσιο για την εξασφάλιση του χρέους είναι σημαντικό, με δεδομένο ότι πριν το 2014 η τραπεζική πρακτική της χορήγησης δανείων ήταν με βάση την αξία της ασφάλειας, παρά το εισόδημα του οφειλέτη. Ο βαθμός επιτυχίας των κατασχέσεων αυξάνεται σε περισσότερο από το 30%. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι οι πωλήσεις προβληματικών δανείων σε οντότητες εκτός τραπεζικού τομέα. Από το 2018 ιδρύθηκαν εξειδικευμένες εταιρείες απόκτησης δανείων στην Κύπρο. Υπάρχουν συνολικά 6 εταιρείες που διαχειρίζονται επισφαλή δάνεια περίπου €12 δισ. στην οικονομία. Οι μεγαλύτεροι αγοραστές δανείων είναι η ΚΕΔΙΠΕΣ και η Gordian Holdings που διαχειρίζονται περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από την πρώην Κυπριακή Συνεταιριστική Τράπεζα και την Τράπεζα Κύπρου αντίστοιχα. Το Υπουργείο Οικονομικών ερευνά επί του παρόντος τη δυνατότητα ενός νέου ρόλου για τη μετατροπή της ΚΕΔΙΠΕΣ, ώστε η παράμετρος του ενεργητικού να επεκτείνεται για τη διαχείριση επισφαλών δανείων σε ολόκληρο τον τραπεζικό τομέα.
Η εθνική εταιρεία Asset Management Company θα στοχεύει στην απόκτηση προβληματικών δανείων, με εγγύηση την πρώτη κατοικία.