Τα clubs και τα νυχτερινά κέντρα είναι κλειστά από τις 14 Μαρτίου 2020, ως ένα από τα μέτρα που αποφάσισε το Υπουργείο Υγείας για περιορισμό της εξάπλωσης του κορωνοϊού, επιφέροντας σοβαρό κόστος στα οικονομικά των επηρεαζόμενων επιχειρήσεων αλλά και σε περίπου δύο χιλιάδες άτομα που εργοδοτούνταν σε αυτά.

Ίσως να αναρωτιέστε πώς γίνεται, αφού τα clubs είναι κλειστά, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να είναι γεμάτα από βίντεο και φωτογραφίες ανθρώπων που διασκεδάζουν, πίνουν και γλεντούν. Μία εξήγηση δίνει ο Νίκος Χρ. Βασιλείου, πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Κέντρων Διασκέδασης: «Τα clubs και τα νυχτερινά μαγαζιά έκλεισαν στις 14 Μαρτίου. Έκτοτε δεν ανοίξαμε. Αντιθέτως, τα εστιατόρια, τα snack bar, οι καντίνες και τα μπαράκια, όχι μόνο επαναλειτούργησαν, αλλά επέκτειναν τη λειτουργία τους, μετατρέποντας τους χώρους τους σε χώρους διασκέδασης, παραβιάζοντας τόσο τον περί λοιμοκαθάρσεως νόμο, όσο και πολλές άλλες νομοθεσίες. Το χειρότερο είναι πως, εξαιτίας της δικής τους συμφεροντολογικής και ανεύθυνης συμπεριφοράς, αμαυρώνεται το όνομα των ιδιοκτητών νυχτερινών κέντρων», ανέφερε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Χιλιάδες επιχειρήσεις και εργαζόμενοι στο περιθώριο

Ρωτήσαμε τον κ. Βασιλείου να μας διευκρινίσει ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στα κέντρα διασκέδασης και στα κέντρα αναψυχής. «Ο όρος κέντρα αναψυχής είναι παραπλανητικός και ετυμολογικά δεν είναι ορθός. Υπάρχουν σκάφη αναψυχής, ταξίδια αναψυχής, αναψυκτικά και αναψυκτήρια. Υπάρχουν τα κέντρα εστίασης, που προσφέρουν φαγητό, εδέσματα, μεζέδες και αυτά είναι τα εστιατόρια, οι ταβέρνες, οι καφετέριες, τα σνακ μπαρ. Επίσης, υπάρχουν τα κέντρα διασκέδασης, που είναι τα live clubs (μουσικοχορευτικά) και τα clubs (δισκοθήκες). Κέντρο διασκέδασης νοείται ένα κέντρο που δεν σερβίρει φαγητό, λειτουργεί πιο αργά και προσφέρει συνήθως live μουσική ή DJ. Επιπρόσθετα, πρόκειται για υποστατικά με ελάχιστο χώρο 300 τετραγωνικά μέτρα, με αυστηρές τεχνικές προδιαγραφές ηχομόνωσης και εξαερισμού», ανέφερε.

Δεν θέλουμε εξαίρεση, αλλά…

Σύμφωνα πάντα με τον Νίκο Βασιλείου, η πανδημία και τα μέτρα που λήφθηκαν απειλούν να καταστρέψουν τον κλάδο των κέντρων διασκέδασης, καθώς οι επιχειρηματίες, ενώ συνεχίζουν να πληρώνουν δυσβάσταχτα ενοίκια, ασφάλειες και όλα τα άλλα πάγια έξοδα, παραμένουν κλειστοί, με μηδενικό εισόδημα.

«Παραμείναμε κλειστοί, επειδή μας κατηγόρησαν ότι θα αποτελούσαμε εστία εξάπλωσης των κρουσμάτων. Τα κρούσματα αυξήθηκαν και εστία μόλυνσης ήταν άλλοι, αλλά οι κατηγορίες συνεχίζουν να βαραίνουν τον κλάδο μας. Γίναμε το μαύρο πρόβατο! Προφανώς και οφείλουμε να μείνουμε κλειστοί, με ανυπολόγιστο οικονομικό και κοινωνικό κόστος, αλλά αν είναι τόσο μεγάλος ο κίνδυνος προς τη δημόσια υγεία από τα club αν ανοίξουν, γιατί το εστιατόριο να μετατραπεί σε clubs; Γιατί το σνακ μπαρ, η μπυραρία, η καφετερία να λειτουργήσουν ως club; Με ποια λογική μπορεί η ταβέρνα και το εστιατόριο να λειτουργήσουν ως μουσικοχορευτικό κέντρο, αλλά το μουσικοχορευτικό κέντρο να μην μπορεί να λειτουργήσει ως μουσικοχορευτικό κέντρο; Επιχειρήσεις δύο ταχυτήτων! Δεν έχουμε οποιαδήποτε απαίτηση ή αξίωση να αποτελέσουμε εξαίρεση στα μέτρα που λαμβάνονται για περιορισμό της πανδημίας. Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο επιθυμούμε να σταθούμε. Δεν θέλουμε να εξαιρεθούμε από τα μέτρα. Επιθυμούμε να συμπεριληφθούμε σε αυτά», τόνισε.

Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, τα μέλη του Παγκύπριου Συνδέσμου Κέντρων Διασκέδασης διατήρησαν κλειστούς τους χώρους τους, αλλά σύμφωνα με τον κ. Βασιλείου «γίναμε μάρτυρες επιχειρήσεων, όπως καφετέριες, εστιατόρια, μπαράκια αλλά ακόμη και επαύλεις, που μετατρέπονταν σε clubs, παρά τις συνεχείς επιστολές και διαμαρτυρίες μας προς τους αρμόδιους. Όταν κάτι, όμως, πήγαινε στραβά, οι κατηγορίες αφορούσαν τα clubs…».

Σε έντονο ύφος, ο κ. Βασιλείου ξεκαθάρισε πως δεν έχουν παράπονο επειδή τους ζητήθηκε να παραμείνουν κλειστές οι επιχειρήσεις τους. «Έχουμε παράπονο επειδή, τα επιχειρήματα με τα οποία μας ζήτησαν να παραμείνουν κλειστές οι επιχειρήσεις μας, αποτέλεσαν τις αιτίες που άλλες επιχειρήσεις παρέμειναν ανοιχτές. Δύο μέτρα και δύο σταθμά. Όχι μόνο καταδικάζεις έναν ολόκληρο κλάδο, όχι μόνο προκαλείς οικονομική ασφυξία στους επιχειρηματίες, όχι μόνο υπονομεύεις την οικονομική ευρωστία των εργαζομένων, επιπλέον καλλιεργείς συνθήκες αμφισβήτησης, με αλληλοσυγκρουόμενες αποφάσεις, δημιουργείς συνθήκες απειθαρχίας, γίνεσαι εσύ, το κράτος, αιτία διασποράς του ιού», κατέληξε.