Η ναυτιλία παραμένει η ραχοκοκαλιά της παγκόσμιας οικονομίας και είναι μακράν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος μεταφοράς εμπορευμάτων, μετακινώντας περίπου το 80% του όγκου του παγκόσμιου εμπορίου. Ωστόσο, καθώς η παγκόσμια οικονομία μεγαλώνει, το ίδιο και οι εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα («εκπομπές») που προέρχονται από τη ναυσιπλοΐα.
Από την 1η Ιανουαρίου 2020 τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός του ΔΝΟ (Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός – IMO) 2020 για περιεκτικότητα θείου στα καύσιμα, καθορίζοντας ως μέγιστη περιεκτικότητα σε θείο το 0,5%. Ο στόχος είναι να μειωθούν οι εκπομπές και η φιλοδοξία του ΔΝΟ είναι να μειωθούν πέραν του 50% έως το 2050.
Η έλλειψη ενός παγκόσμιου ρυθμιστικού πλαισίου και η περιορισμένη ζήτηση από πελάτες για μεταφορικά μέσα χαμηλών εκπομπών, αποτελούν σημαντικά εμπόδια για την ενεργοποίηση των απαραίτητων επενδύσεων που απαιτούνται για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Τα ηλεκτρικά σκάφη μπορεί να είναι μια επιλογή για εσωτερικές και μικρές θαλάσσιες διαδρομές, αλλά για την ποντοπόρο ναυτιλία που αντιπροσωπεύει περίπου το 85% των εκπομπών, δεν υπάρχει σήμερα οικονομικά βιώσιμο εναλλακτικό καύσιμο που να επιτρέπει την επίτευξη του φιλόδοξου στόχου μείωσης μέχρι το 2050. Η ναυτιλιακή βιομηχανία διερευνά εναλλακτικά καύσιμα – όπως το υδρογόνο, τη μεθανόλη και τα βιοκαύσιμα – όμως όλα έχουν οικονομικούς και τεχνικούς περιορισμούς. Το κόστος είναι σημαντικά υψηλότερο από το σημερινό κυρίαρχο καύσιμο μεταφοράς και οι περισσότερες πιθανές εναλλακτικές λύσεις έχουν χαμηλότερη ενεργειακή πυκνότητα, εκτεταμένες απαιτήσεις αποθήκευσης και ασφάλειας, καθώς και περιορισμένη υποδομή. Για να αρθούν αυτά τα εμπόδια χρειάζεται να αναπτυχθούν νέες τεχνολογίες, όπως νέα συστήματα θαλάσσιας πρόωσης και δεξαμενές αποθήκευσης, και να εξασφαλιστεί η δυνατότητα παραγωγής επαρκών ποσοτήτων καυσίμων για την κάλυψη της ετήσιας ζήτησης από τη ναυσιπλοΐα.
Εάν η ναυτιλία φιλοδοξεί να πετύχει τους στόχους του ΔΝΟ τώρα είναι η στιγμή να δράσουμε. Είναι ευρέως αναγνωρισμένο ότι τα πλοία μηδενικού ισοζυγίου (net zero) εκπομπών, θα πρέπει να αρχίσουν να εισέρχονται στον παγκόσμιο στόλο έως το 2030 – και αυτό δημιουργεί πραγματική αίσθηση επείγοντος. Παρά την πολυπλοκότητά του, ο στόχος αυτός φαίνεται να είναι εφικτός εάν υπάρξει συλλογική προσπάθεια.
Η Shell σε συνεργασία με την Deloitte πραγματοποίησαν έρευνα ανάμεσα σε στελέχη της ναυτιλίας, όσον αφορά τις απόψεις τους σχετικά με το πώς μπορούν συλλογικά να επιτύχουν το στόχο της απαλλαγής από τις εκπομπές στη ναυσιπλοΐα. Πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 80 συνεντεύξεις σε ολόκληρο το φάσμα του κλάδου, από CEOs ναυτιλιακών εταιρειών έως χρηματοδότες και ναυπηγούς. Η έρευνα οδήγησε σε ένα οδηγό για την πρόοδο που ήδη παρατηρείται στον τομέα και για την προώθηση περαιτέρω αλλαγών. Οι βασικές συστάσεις σχετίζονται με μια πιο συντονισμένη ανταπόκριση της βιομηχανίας στην κλιμάκωση της ζήτησης για θαλάσσια μεταφορικά μέσα μηδενικού ισοζυγίου εκπομπών, αλλά και για κλιμάκωση πιλοτικών έργων. Επίσης καλεί για μια πιο συντονισμένη προσπάθεια στον τομέα της Έρευνας & Ανάπτυξης και την ευθυγράμμιση των παγκόσμιων κανονισμών, αλλά και για περαιτέρω συντονισμό των πρωτοβουλιών από τα οργανωμένα σύνολα της ναυτιλίας.
Η απαλλαγή από τις εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα προκαλεί ήδη μερικές από τις πιο βαθιές τομές στη ναυτιλιακή βιομηχανία που επηρεάζουν τα προϊόντα, τις υπηρεσίες και τις αλυσίδες εφοδιασμού. Αυτές οι αλλαγές εντατικοποιούνται τώρα από τον επιταχυνόμενο ρυθμό αλλαγής πολιτικών και κανονιστικών ρυθμίσεων, και τις δραστικές και γρήγορες ενέργειες που πρέπει να ληφθούν. Αναπόφευκτα, επηρεάζουν τόσο την εταιρική διακυβέρνηση όσο και τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση.
Ήδη οι κανονισμοί για μη χρηματοοικονομικές αναφορές απαιτούν από τις οντότητες δημοσίου συμφέροντος στα κράτη μέλη της ΕΕ που εργοδοτούν πέραν των 500 υπαλλήλων, να παρέχουν πληροφόρηση για περιβαλλοντικά θέματα. Η απαιτούμενη πληροφόρηση πρέπει να γνωστοποιείται στο βαθμό που είναι απαραίτητος για την κατανόηση της εξέλιξης, της απόδοσης και της θέσης της εταιρείας. Επίσης θα πρέπει να περιλαμβάνει περιγραφή των κυριότερων κινδύνων που σχετίζονται με περιβαλλοντικά ζητήματα και τις σχετικές πολιτικές που εφαρμόζονται.
Σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που προκύπτουν από την απαλλαγή του διοξειδίου του άνθρακα στη ναυτιλία, ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στις οικονομικές καταστάσεις όλων των εταιρειών. Τα έσοδα, τα κόστη και η ωφέλιμη ζωή των περιουσιακών στοιχείων θα μπορούσαν να επηρεαστούν. Οι εταιρείες θα πρέπει να επανεκτιμήσουν τις μελλοντικές προβλέψεις των ταμειακών ροών και τις συναφείς εκτιμήσεις της διοίκησης σχετικά με την απομείωση περιουσιακών στοιχείων, τις υποχρεώσεις από τυχόν απόσυρση περιουσιακών στοιχείων, τις προβλέψεις για μελλοντικές υποχρεώσεις από επαχθείς συμβάσεις, και πιθανόν την εκτίμηση της λειτουργίας ως συνεχιζόμενης οικονομικής μονάδας. Είναι απαραίτητο να συμπεριλάβουν υποθέσεις σχετικά με τον αντίκτυπο των κινδύνων αυτών κατά την προετοιμασία των μελλοντικών ταμειακών ροών, που υποστηρίζουν τη επιμέτρηση και την αναγνώριση των περιουσιακών στοιχείων στις οικονομικές καταστάσεις, καθώς και τον υπολογισμό της αξίας λόγω χρήσης κατά την αξιολόγηση των απομειώσεων περιουσιακών στοιχείων. Θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη τα εξής:
• Οι ροές εσόδων και οι προβλέψεις για το ρυθμό ανάπτυξης να αντικατοπτρίζουν τις μεταβαλλόμενες προτιμήσεις των πελατών, την τεχνολογία και τις τάσεις της αγοράς
• Να συμπεριληφθούν αυξανόμενα κόστη όσον αφορά τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους, στην παραγωγή, στη συμμόρφωση με τις νέες πολιτικές και στην ασφάλιση
• Να αξιολογηθεί η διαθεσιμότητα χρηματοδότησης
Ο ενδεχόμενος αντίκτυπος στις οικονομικές καταστάσεις αναμένεται να εντατικοποιηθεί προς το τέλος της δεκαετίας όσο πλησιάζουμε το 2030 – είναι επομένως σημαντικό να εξεταστούν άμεσα οι οποιεσδήποτε επιπτώσεις στις οικονομικές καταστάσεις.
___
Επικοινωνία:
Κώστας Γιωρκάτζης, Συνέταιρος, Επικεφαλής Υπηρεσιών Ναυτιλιακού Κλάδου
Τηλ. 25868660
cgeorghadjis@deloitte.com