Του Juan Pablo Spinetto

Με τον κόσμο να ανησυχεί για τους κινδύνους μιας κρίσης στις τιμές του πετρελαίου, η Λατινική Αμερική είναι στην πραγματικότητα έτοιμη να ενισχύσει τη γεωπολιτική της θέση. Αν θέλει να εκμεταλλευτεί αυτή τη στιγμή, πρέπει να ενισχύσει τη συλλογική διαπραγματευτική της δύναμη, να παραμερίσει τις ιδεολογικές της διαιρέσεις και να ενδυναμώσει την εσωτερική της πολιτική, ιδιαίτερα όσον αφορά στην εγκληματικότητα και την ανασφάλεια.

Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Goldman Sachs, η Λατινική Αμερική είναι μία από τις λίγες περιοχές του κόσμου όπου η διαρκής αύξηση των τιμών του πετρελαίου θα μπορούσε να μεταφραστεί σε ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη. Φυσικά, ο αντίκτυπος δεν θα είναι ομοιόμορφος: οι μεγάλοι καθαροί εξαγωγείς, όπως η Βραζιλία, η Γουιάνα ή η Κολομβία, θα επωφεληθούν πολύ περισσότερο από τους μεγάλους εισαγωγείς καυσίμων και φυσικού αερίου, όπως το Μεξικό ή η Χιλή. Οι πιέσεις στις τιμές των τροφίμων και της βενζίνης θα μπορούσαν ακόμη να προκαλέσουν κοινωνικές αναταραχές και να αναγκάσουν τις κυβερνήσεις να επεκτείνουν τις επιδοτήσεις εν μέσω δημοσιονομικών περιορισμών. Και σίγουρα, ένας κόσμος αυξημένης χρηματοοικονομικής αστάθειας σπάνια είναι ευνοϊκός για τις αναδυόμενες αγορές.

Ωστόσο, η σύγκρουση έρχεται σε μια στιγμή που τα μακροοικονομικά θεμέλια της Λατινικής Αμερικής είναι πολύ πιο ανθεκτικά από ό,τι τις προηγούμενες δεκαετίες. Ο πληθωρισμός έχει επιστρέψει σε μεγάλο βαθμό σε χαμηλά μονοψήφια επίπεδα και αναμένεται να επηρεαστεί μόνο οριακά από την αύξηση των τιμών του αργού πετρελαίου. Οι αγορές εργασίας παραμένουν σταθερές και οι κεντρικές τράπεζες διαθέτουν σημαντικά διεθνή αποθέματα εν μέσω ισχυρής εμπιστοσύνης των επενδυτών και συνετής νομισματικής πολιτικής. Η υποτίμηση που υπέστησαν τα νομίσματα της Λατινικής Αμερικής τις τελευταίες ημέρες καθώς κλιμακώνονταν οι εντάσεις, απλώς αναιρεί ένα μικρό μέρος των σημαντικών κερδών που καταγράφηκαν κατά το τελευταίο έτος. Ακόμη και η Αργεντινή, ιστορικά ο πιο αδύναμος κρίκος σε περιόδους παγκόσμιας αστάθειας, αλλά πλέον καθαρός εξαγωγέας ενέργειας, αναμένεται να λάβει μια “ένεση” σκληρού νομίσματος από την τρέχουσα εξτόξευση των τιμών του πετρελαίου και τις υψηλότερες τιμές των αγροτικών προϊόντων. Το δημοσιονομικό της πλεόνασμα δίνει επίσης στην κυβέρνηση ένα οικονομικό “μαξιλάρι” που δεν είχε πριν από λίγα μόλις χρόνια.

O περιφερειακός νικητής του πολέμου στο Ιράν είναι η Λατινική Αμερική

Ευρύτερα, οι δραματικές εικόνες πυραύλων που στοχεύουν διάφορες χώρες του Κόλπου —μια υπενθύμιση της σύγκρουσης στην Ευρώπη μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022— αναδεικνύουν τη διαρκή αξία της Λατινικής Αμερικής ως μιας περιοχής σχετικά ειρηνικής, στρατηγικής γεωγραφικά και με άφθονους πόρους. Αυτή η ήπειρος των περίπου 670 εκατομμυρίων ανθρώπων, που αποτελεί ήδη επίκεντρο του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, γίνεται ακόμη πιο σημαντική για τους εμπορικούς εταίρους που αναζητούν βασικά εμπορεύματα, για τις πολυεθνικές που επιθυμούν να δημιουργήσουν συντομότερες και πιο αξιόπιστες εφοδιαστικές αλυσίδες προς τις ΗΠΑ, και για τους θεσμικούς επενδυτές που αναζητούν την επόμενη γενιά μεγάλων projects προς χρηματοδότηση.

Σκεφτείτε το με όρους real estate: Αν ο κόσμος ήταν μια μεγαλούπολη γεμάτη συγκρούσεις, η σχετικά ήρεμη και αποκομμένη γειτονιά της Λατινικής Αμερικής θα ανέβαινε ξαφνικά σε αξία. Και αυτό πριν καν εξετάσουμε πιο ακραία σενάρια (σε περίπτωση ενός Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου, πιθανότατα θα με βρείτε κάπου στην Μεντόσα). Απόδειξη αυτής της ευεργετικής απομόνωσης είναι οι ελάχιστες διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και τον εναέριο χώρο που έχει βιώσει η περιοχή, μέχρι στιγμής, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης με το Ιράν.

Ωστόσο, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι αναλυτές της Λατινικής Αμερικής θα πρέπει να ζυγίσουν προσεκτικά τα πλεονεκτήματα της γειτονιάς τους. Η περιοχή έχει χάσει στο παρελθόν ευκαιρίες που φαινόταν αδύνατο να χαθούν, από το κύμα της μετασοβιετικής οικονομικής παγκοσμιοποίησης μέχρι το super-cycle των εμπορευμάτων των αρχών της δεκαετίας του 2000. Το κλειδί για την αποφυγή μιας ακόμα χαμένης ευκαιρίας απαιτεί συλλογική σκέψη για την αξία της Λατινικής Αμερικής, ως σύνολο. Αντί να αναλώνονται σε ένα πολωτικό χάσμα Αριστεράς-Δεξιάς, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να εργαστούν ρεαλιστικά για να αυξήσουν την αξία της κοινής τους γειτονιάς, ενισχύοντας το ενδοπεριφερειακό εμπόριο, διασυνδέοντας τις ενεργειακές αγορές, χτίζοντας κοινές υποδομές και ενδυναμώνοντας τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Ναι, η διατήρηση στενών δεσμών με τις ΗΠΑ είναι σημαντική. Υπάρχουν πολλές κοινές απειλές και ευκαιρίες, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας κατά του οργανωμένου εγκλήματος και της εμπορίας ναρκωτικών, που ίσως αποτελεί την πιο επείγουσα ανησυχία των ψηφοφόρων στη Λατινική Αμερική σήμερα. Οι πολιτικές αλλαγές στη Βενεζουέλα υπό την καθοδήγηση των ΗΠΑ και η πιθανότητα μιας μετάβασης στην Κούβα θα μπορούσαν επίσης να ανοίξουν χώρο για πιο πρακτικές ηγεσίες.

Ωστόσο, οι περιφερειακοί ηγέτες δεν πρέπει να είναι αφελείς ή υπερβολικά εύπιστοι: Η Ουάσιγκτον θα επιδιώξει, όπως είναι κατανοητό, τα δικά της συμφέροντα σε αυτό που θεωρεί σφαίρα επιρροής της, και αυτά τα συμφέροντα δεν ευθυγραμμίζονται απαραίτητα με εκείνα των κρατών της Λατινικής Αμερικής, ιδιαίτερα με έναν Λευκό Οίκο που αλλάζει γνώμη τόσο γρήγορα σήμερα. Η σύνοδος κορυφής “Ασπίδα της Αμερικής” (Shield of the Americas) που φιλοξένησε ο Ντόναλντ Τραμπ στο γήπεδο γκολφ του κοντά στο Μαϊάμι το Σαββατοκύριακο ήταν μια αδέξια προσπάθεια να χωρίσει την περιοχή σε φίλους και εχθρούς. Όσο δελεαστική κι αν είναι η ιδεολογική “καθαρότητα”, οποιαδήποτε περιφερειακή προσπάθεια αποκλείει τη Βραζιλία, το Μεξικό και την Κολομβία είναι καταδικασμένη να αποτύχει και τελικά αποδυναμώνει το στρατηγικό χαρτί της Λατινικής Αμερικής.

Η πολιτική στροφή προς τα δεξιά μπορεί πράγματι να παράγει πολιτικές πιο φιλικές προς τις επενδύσεις —αυτό που η Morgan Stanley περιέγραψε πρόσφατα ως μια λατινοαμερικανική “άνοιξη”. Αλλά η πλήρης ιδεολογική ευθυγράμμιση σε περισσότερες από 30 χώρες είναι μια χίμαιρα. Η πραγματική σύγκλιση θα πρέπει να γίνει γύρω από κάτι απλούστερο: τη μεγέθυνση της οικονομικής πίτας της περιοχής μέσω του διαλόγου και της συνεργασίας.

Επιπλέον, η αντιπαράθεση των ΗΠΑ με το Ιράν ενδέχεται σύντομα να μειώσει την προσοχή που η Ουάσιγκτον έχει δώσει στη Λατινική Αμερική. Και παρόλο που οι ΗΠΑ πιέζουν για τον περιορισμό της επιρροής της Κίνας, ο ίδιος ο Τραμπ μεταβαίνει στο Πεκίνο τον επόμενο μήνα με μια μακρά λίστα ημιτελών διμερών υποθέσεων. Οι ηγέτες της Λατινικής Αμερικής θα πρέπει να ξυπνήσουν και να αντιληφθούν την πραγματικότητα της realpolitik: Τα συμφέροντα, ιδιαίτερα μεταξύ γειτόνων, πρέπει να υπερισχύουν της ιδεολογίας.

Το τρέχων μομέντουμ της Λατινικής Αμερικής μπορεί να μην κρατήσει πολύ. Ο Φρανσίσκο ντε Σαντιμπάνιες, πρόεδρος του think tank CARI με έδρα το Μπουένος Άιρες, προειδοποιεί ότι καθώς ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας βαθαίνει, θα γίνεται όλο και πιο δύσκολο για την περιοχή να εξισορροπήσει τα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα. “Σήμερα μπορούμε να εφαρμόσουμε αυτή τη στρατηγική και λειτουργεί. Η ανησυχία μου είναι η εξέλιξη της αντιπαράθεσης ΗΠΑ-Κίνας σε τρία ή τέσσερα χρόνια”, μου είπε. “Πέρα από τις διαφορές, πρέπει να υπάρξει μια συμφωνία ότι η Λατινική Αμερική παραμένει ένας τόπος ειρήνης. Και γι’ αυτό, η διπλωματία είναι το κλειδί”.

Σε έναν ολοένα και πιο κατακερματισμένο και επικίνδυνο κόσμο, η Λατινική Αμερική κρατά αρκετά καλά φύλλα. Αυτή τη φορά, θα πρέπει να τα παίξει σοφά.

Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου

BloombergOpinion