Του James Stavridis

Η απομάκρυνση του Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν αυτόν τον μήνα, μετά από μια συντριπτική εκλογική ήττα, προκάλεσε πληθώρα σχολίων. Πολλά από αυτά αφορούσαν τις επιπτώσεις για τον ακροδεξιό λαϊκισμό στην Ευρώπη. Άλλοι επικεντρώθηκαν στον πιθανό αντίκτυπο στην αμερικανική πολιτική, δεδομένων των στενών δεσμών του κινήματος MAGA του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με το κόμμα Fidesz του Όρμπαν και του προσωπικού πολιτικού κεφαλαίου που επένδυσε ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς.

Αυτό που έχει λάβει λιγότερη προσοχή όμως είναι το πώς η αποχώρηση του Όρμπαν θα επηρεάσει τη γεωπολιτική και στρατιωτική στρατηγική, τόσο στην Ευρώπη όσο και σε ευρύτερο πλαίσιο. Πώς η πτώση του θα αλλάξει τη δυναμική στο ΝΑΤΟ, θα μεταβάλει τους υπολογισμούς για το μέλλον της Ουκρανίας και θα διαμορφώσει τις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συνάντησα τον Όρμπαν για πρώτη φορά λίγο μετά τη δεύτερη εκλογή του στο αξίωμα, την άνοιξη του 2010, όταν ταξίδεψα στη Βουδαπέστη μαζί με την εξαιρετική πρέσβη των ΗΠΑ, Ελένη Κουναλάκη (σήμερα αντικυβερνήτρια της Καλιφόρνιας). Εκ πρώτης όψεως, ο Όρμπαν μου φάνηκε χαρισματικός και έξυπνος. Τα αγγλικά του ήταν αρκετά καλά και οι θέσεις του έδειχναν καλά μελετημένες. Έφυγα με την εντύπωση ότι ήταν κάποιος με τον οποίο θα μου άρεσε να συνεργαστώ. Αυτές ήταν οι πρώτες εντυπώσεις.

Συζητήσαμε εκτενώς για την αποστολή του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, όπου η Ουγγαρία είχε περισσότερους από 600 στρατιώτες, οι περισσότεροι από τους οποίους ασχολούνταν με την εκπαίδευση των Αφγανικών Εθνικών Δυνάμεων Ασφαλείας (ANSF). Ο Όρμπαν ήταν γενικά υποστηρικτικός, αλλά είχε σαφώς τις αμφιβολίες του για αρκετές άλλες αποστολές του ΝΑΤΟ, από την ειρηνευτική αποστολή στα γειτονικά Βαλκάνια έως την καταπολέμηση της πειρατείας στα ανοικτά της Σομαλίας. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος στη Λιβύη ένα χρόνο αργότερα, η Ουγγαρία αρνήθηκε να συμμετάσχει, και την επόμενη δεκαετία ο Όρμπαν έγινε ένα τεράστιο αγκάθι για τη Συμμαχία.

Το χειρότερο από όλα είναι ότι πλησίασε όλο και περισσότερο τη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν, προχωρώντας σε αμφιλεγόμενες ενεργειακές συμφωνίες με τη Μόσχα και προς την υποστήριξη μιας σειράς ρωσικών θέσεων που αντιτίθενται στους στόχους του ΝΑΤΟ.

Δεδομένης της απαίτησης της Συμμαχίας για πλήρη ομοφωνία σε σημαντικά ζητήματα, κατάφερε να εμποδίσει μόνος του την ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας για περισσότερο από ένα χρόνο. Έκανε ό,τι μπορούσε για να υπονομεύσει την ευρωπαϊκή υποστήριξη προς την Ουκρανία. Όταν απορρίφθηκε από το εκλογικό σώμα, θεωρούνταν ευρέως ως ο κορυφαίος σύμμαχος του Πούτιν στην Ευρώπη και ένας “Δούρειος Ίππος” εντός της Συμμαχίας.

Με την ήττα του, προέκυψαν τρία βασικά γεωπολιτικά και στρατιωτικά πλεονεκτήματα για τη Δύση. Το πρώτο και πιο προφανές είναι ότι η Ουγγαρία δεν θα επιδιώξει πλέον να παρεμποδίσει την ευρωπαϊκή εμπλοκή και υποστήριξη προς την Ουκρανία. Ενώ ενδέχεται να υπάρξουν ακόμη κάποια προβλήματα από τον ηγέτη της Σλοβακίας, Ρόμπερτ Φίτσοο, ο μεγαλύτερος αντίπαλος των θέσεων του ΝΑΤΟ και της ΕΕ έχει πλέον αποχωρήσει. 

Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να διοχετευθεί πιο άμεση στρατιωτική, οικονομική και ανθρωπιστική βοήθεια στο Κίεβο. Αυτό είναι πιο απαραίτητο από ποτέ, δεδομένης της σχεδόν πλήρους απόσυρσης της υποστήριξης των ΗΠΑ υπό την κυβέρνηση Τραμπ. Το ΝΑΤΟ θα έχει επίσης μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων για να παρέχει εκπαίδευση, πληροφορίες, τεχνολογία και υλικοτεχνική υποστήριξη στους μαχόμενους Ουκρανούς. Πολύ κακά νέα για τη Μόσχα.

Μια δεύτερη στρατηγική πτυχή της στροφής της Ουγγαρίας προς τη Δύση είναι γεωγραφική. Βρίσκεται στην καρδιά της Κεντρικής Ευρώπης, η Ουγγαρία συνορεύει με επτά χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας. Είναι μια χώρα-σταυροδρόμι που έχει καταφέρει να δημιουργήσει στρατηγικά και υλικοτεχνικά εμπόδια για το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. (Αυτός ο ρόλος χρονολογείται από την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία του 19ου και 20ού αιώνα, όταν οι Ούγγροι αξιοποίησαν τη γεωγραφική τους θέση για να ενισχύσουν την οικονομία τους μέσω του εμπορίου.) 

Με την πιθανότητα η χώρα να απομακρυνθεί από τη Μόσχα, όχι μόνο η Ουκρανία, αλλά και τα σύνορά της με τη Σερβία, αποκτούν μεγάλη σημασία, δεδομένων των συνεχών προσπαθειών του Πούτιν να επεκτείνει τη ρωσική επιρροή στα Βαλκάνια. Επιπλέον, η αεροπορική βάση Papa στη δυτική Ουγγαρία φιλοξενεί την πολυεθνική Strategic Airlift Capability του ΝΑΤΟ και τον στόλο των μεταγωγικών αεροσκαφών C-17, στον οποίο βασιζόμουν ως ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων.

Τέλος, με την αποχώρηση του Όρμπαν, ο ουγγρικός στρατός μπορεί να εκσυγχρονιστεί γρήγορα και να ενταχθεί απρόσκοπτα στο ΝΑΤΟ. Αν και διαθέτει μόνο περίπου 30.000 στρατιώτες, η Ουγγαρία επενδύει σε σύγχρονο εξοπλισμό πρώτης γραμμής – συμπεριλαμβανομένων των νέων γερμανικών αρμάτων μάχης Leopard 2A7 και των ισχυρών σουηδικών μαχητικών JAS39 Gripen. Αν και μόλις που πληροί τον παλιό στόχο του ΝΑΤΟ για δαπάνες 2% του ΑΕΠ στην άμυνα, ο νέος πρωθυπουργός, Πέτερ Μαγιάρ του κεντροδεξιού κόμματος Tisza, έχει δεσμευτεί να αυξήσει το ποσοστό αυτό στο 5% έως το 2034.

Το τέλος της μακράς πολιτικής κυριαρχίας του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία είναι εξαιρετική είδηση σε πολλά μέτωπα, και κυρίως για τη συμμαχία του ΝΑΤΟ.

Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου

BloombergOpinion