Οι οξείες αντιπαραθέσεις μεταξύ του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του Μπενιαμίν Νετανιάχου είναι πραγματικές. Η γλώσσα είναι σκληρή. Κάποιες φορές ακραία.Είναι δελεαστικό να τις αποδώσει κανείς σε πολιτική κατανάλωση για το εσωτερικό ακροατήριο. Εξίσου δελεαστικό είναι να τις εκλάβει ως προοίμιο πολέμου.Και οι δύο ερμηνείες αστοχούν. Δεν πρόκειται για θέατρο. Ούτε για πόλεμο.

Πρόκειται για κάτι βαθύτερο: μια αναδιάταξη ισχύος με επίκεντρο τον έλεγχο στρατηγικού χώρου, ενεργειακών οδεύσεων, εμπορικών διαδρόμων και δικτύων διασύνδεσης που εκτείνονται από την Ευρώπη έως την Ασία μέσω της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου.

Για δεκαετίες, η περιοχή καθοριζόταν από το Παλαιστινιακό, τις αραβοϊσραηλινές σχέσεις, τους πολέμους στο Ιράκ, τον Λίβανο και τη Συρία, την Αραβική Άνοιξη, τη διεύρυνση της ιρανικής επιρροής και, πιο πρόσφατα, τη δυναμική των Συμφωνιών του Αβραάμ.

Το πλαίσιο αυτό μεταβάλλεται.

Ο πρόσφατος πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν δεν δημιούργησε μια νέα Μέση Ανατολή. Επιτάχυνε όμως εξελίξεις που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη.

Η Γάζα και η Δυτική Όχθη παραμένουν ηθικά και πολιτικά κεντρικές. Δεν καθορίζουν όμως πλέον από μόνες τους τη γεωπολιτική τάξη της περιοχής.

Η βαθύτερη αντιπαράθεση εκτυλίσσεται αλλού. Πρωτίστως στη Συρία, αλλά και στον Λίβανο και το Ιράκ, όπου η αποδυναμωμένη κρατική εξουσία επιτρέπει σε περιφερειακούς και εξωπεριφερειακούς δρώντες να ανταγωνίζονται για επιρροή. Εκτυλίσσεται επίσης κατά μήκος των εμπορικών, ενεργειακών και συγκοινωνιακών διαδρόμων που συνδέουν την Ευρώπη, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και την Ασία.

Οι διάδρομοι δεν είναι πλέον απλώς οδοί εμπορίου. Μετατρέπονται σταδιακά σε μέρος του ίδιου του πεδίου της αντιπαράθεσης. Καθώς το περιφερειακό τοπίο μεταβάλλεται, τα κράτη αντιδρούν σύμφωνα με τις δικές τους στρατηγικές προτεραιότητες. Όλοι επικαλούνται την ασφάλεια.

Το δυσκολότερο ερώτημα είναι πώς την επιδιώκουν και πώς οι άλλοι ερμηνεύουν αυτή την επιδίωξη. Το Ισραήλ επιδιώκει την ασφάλειά του μέσω στρατιωτικής υπεροχής, προληπτικής δράσης, στρατηγικού βάθους και ενός διαρκώς διευρυνόμενου δικτύου συνεργασιών.

Η Τουρκία επιδιώκει την προβολή ισχύος μέσω στρατιωτικής παρουσίας, μονομερών θαλάσσιων διεκδικήσεων και ελέγχου στρατηγικού χώρου που εκτείνεται από τη βόρεια Συρία και το Ιράκ έως την Ανατολική Μεσόγειο. Οι πολιτικές αυτές εκλαμβάνονται ως αναθεωρητικές  και ιρρεδεντιστικές.  

Η συνεχιζόμενη κατοχή μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας από κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ προσφέρει στην Άγκυρα στρατηγικό βάθος, θαλάσσια μόχλευση και προωθημένη γεωστρατηγική θέση. Τα έργα υποδομής και οι πολιτικές που συνδέουν ολοένα στενότερα τα κατεχόμενα με την τουρκική ενδοχώρα, ενισχύουν το συμπέρασμα ότι η στρατηγική σημασία που αποδίδει η Τουρκία στην Κύπρο παραμένει ο βασικός παράγοντας διαμόρφωσης της πολιτικής της, ενώ η επιδίωξη λύσης υποτάσσεται ολοένα περισσότερο σε αυτόν τον στόχο.

Το δίλημμα τηςασφάλειας

Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να διατηρήσουν πρόσβαση, διασύνδεση και ελευθερία κινήσεων μέσω στρατιωτικής ισχύος, δομημένων συνεργασιών και περιφερειακών σχημάτων. Η Ευρώπη επιδιώκει σταθερότητα μέσω ασφαλών διασυνδέσεων, ανθεκτικών αλυσίδων εφοδιασμού και διαφοροποιημένων ενεργειακών οδεύσεων. Η Αίγυπτος, η Ιορδανία και τα κράτη του Κόλπου δίνουν προτεραιότητα στη σταθερότητα, την οικονομική ανάπτυξη και την αποφυγή μιας ευρύτερης σύγκρουσης.

Όλοι αυτοί οι δρώντες κινούνται μέσα στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Και οι πολιτικές τους συγκρούονται ολοένα περισσότερο. Εδώ ακριβώς λειτουργεί το δίλημμα ασφαλείας.

Η επιδίωξη μεγαλύτερης ασφάλειας από έναν δρώντα συχνά δημιουργεί μεγαλύτερη ανασφάλεια σε έναν άλλο. Αμυντικές ενέργειες αποκτούν επιθετικό νόημα. Οι συνεργασίες γεννούν αντισυνεργασίες. Η αποτροπή παράγει αντιαποτροπή.

Το αποτέλεσμα είναι ένα διευρυνόμενο χάσμα αντιλήψεων που μπορεί να καταστεί αυτοεκπληρούμενο.

Η τουρκική ανάγνωση των πρόσφατων εξελίξεων είναι χαρακτηριστική. Η Άγκυρα ερμηνεύει την εντεινόμενη συνεργασία μεταξύ Ισραήλ, Ελλάδας, Κύπρου και ΗΠΑ ως μέρος μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας που περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών της. Βλέπει μεγάλο μέρος αυτής της πραγματικότητας ως αναδυόμενη δομή ανάσχεσης και περικύκλωσης.

Ανεξάρτητα από την τουρκική ανάγνωση, η Κύπρος αποκτά αυξανόμενη στρατηγική σημασία. Μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα εφοδιαστικής υποστήριξης, ανθρωπιστικός κόμβος, διπλωματική πλατφόρμα, σημείο συλλογής πληροφοριών και ενεργειακός συνδετικός κρίκος.

Αξιόπιστος εταίρος ασφάλειας

Η ενισχυόμενη αμυντική συνεργασία της με τις ΗΠΑ , τη Γαλλία και άλλους δυτικούς εταίρους αντανακλά έναν ευρύτερο μετασχηματισμό. Η Κύπρος αντιμετωπίζεται ολοένα περισσότερο ως προβλέψιμος, αξιόπιστος και φερέγγυος εταίρος ασφάλειας σε μια ασταθή περιοχή.

Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ αντιλαμβάνεται ολοένα περισσότερο την Τουρκία ως μακροπρόθεσμο στρατηγικό ανταγωνιστή και αναθεωρητική δύναμη. Η φράση «η Τουρκία είναι το νέο Ιράν» εμφανίζεται με αυξανόμενη συχνότητα σε τμήματα του ισραηλινού και αμερικανικού στρατηγικού διαλόγου.

Η σύγκριση είναι υπερβολική. Είναι όμως ενδεικτική μιας μετατόπισης στον τρόπο στρατηγικής σκέψης. Η Άγκυρα αντιμετωπίζεται ολοένα περισσότερο ως συστημικός ανταγωνιστής και δυνητική απειλή ασφαλείας, του οποίου οι περιφερειακοί στόχοι ενδέχεται να συγκρουστούν με εκείνους του Ισραήλ και άλλων περιφερειακών δρώντων.

Η Άγκυρα απορρίπτει αυτή την προσέγγιση και παρουσιάζει τις πολιτικές της ως υπεράσπιση νόμιμων εθνικών συμφερόντων και αναγκών ασφαλείας.

Ο ανταγωνισμός, όμως, δεν αφορά πλέον μόνο την ισχύ. Αφορά και την ερμηνεία της. Οι ανταγωνιστικές πολιτικές συνοδεύονται ολοένα περισσότερο από ανταγωνιστικά  αφηγήματα. Πίσω από τη γλώσσα της συνδεσιμότητας βρίσκεται μια βαθύτερη σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικές αντιλήψεις για την περιφερειακή τάξη πραγμάτων. Όταν τέτοιες λογικές συγκρούονται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, η τριβή καθίσταται αναπόφευκτη.

Ένας άμεσος πόλεμος μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ παραμένει απίθανος. Η γεωγραφία, το ΝΑΤΟ, οι οικονομικοί δεσμοί και η αμερικανική επιρροή λειτουργούν ως παράγοντες ανάσχεσης. Όμως ο ανταγωνισμός δεν προϋποθέτει πόλεμο. Αρκούν οι επικαλυπτόμενες φιλοδοξίες, οι αντικρουόμενοι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί και οι παγιωμένες αντιλήψεις.

Η Ανατολική Μεσόγειος δεν αποτελεί πλέον μια περιφερειακή λεκάνη. Έχει καταστεί αναπόσπαστο τμήμα ενός ευρύτερου στρατηγικού χώρου που συνδέει Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Ασία. Μέσα από αυτόν διασταυρώνονται εμπορικές διαδρομές, ενεργειακοί διάδρομοι, ψηφιακές διασυνδέσεις και γεωπολιτικές επιρροές.

Ο αυξανόμενος ρόλος της Κύπρου σε αυτή τη νέα αρχιτεκτονική ενισχύει τόσο τη σημασία όσο και την ευπάθειά της. Η πρόκληση είναι να μετατρέψει τη γεωγραφία σε στρατηγική. Αυτό προϋποθέτει ισχυρή οικονομία, εθνική ετοιμότητα, στρατηγικές συνεργασίες και προσήλωση στο διεθνές δίκαιο. Προϋποθέτει επίσης βαθύτερους θεσμοθετημένους δεσμούς ασφαλείας με την Ουάσιγκτον, συμπεριλαμβανομένης της προοπτικής ένταξης στην κατηγορία των Major Non-NATO Ally (MNNA) των ΗΠΑ.

Η Κύπρος δεν πρέπει ποτέ να επιτρέψει σε τρίτους να την επαναπροσδιορίσουν ως πλατφόρμα, πληρεξούσιο ή προσάρτημα άλλων δυνάμεων. Είναι κυρίαρχο κράτος, μέρος του οποίου εξακολουθεί να τελεί υπό τουρκική κατοχή, και ενεργεί στη βάση του διεθνούς δικαίου.

Οι αλλαγές που βρίσκονται σε εξέλιξη δεν είναι συγκυριακές. Είναι δομικές.

Το διακύβευμα δεν είναι πλέον μόνο ποιος απειλεί ποιον. Είναι ποιος διαμορφώνει τους διαδρόμους, τις διαδρομές, τις υποδομές και τον στρατηγικό χώρο μιας περιοχής που μετασχηματίζεται. Το Ισραήλ και η Τουρκία βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες συμβάλλουν στη διαμόρφωσή της. Η Ευρώπη καθίσταται ολοένα περισσότερο μέρος της. Η Κύπρος βρίσκεται στο σημείο τομής όλων αυτών των εξελίξεων. Η γεωγραφία προσδίδει στρατηγική σημασία. Η στρατηγική καθορίζει αν αυτή η σημασία θα μετατραπεί σε πλεονέκτημα ή σε μειονέκτημα.

*Πρέσβης (επί τιμή). Ανώτερος Ερευνητικός Συνεργάτης, Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.