Η συμφωνία-πλαίσιο ΗΠΑ και Ιράν δημιούργησε, αναμφίβολα, περισσότερα ερωτήματα από όσα απάντησε. Αυτό δεν σημαίνει ότι όσα πέτυχε μέχρι στιγμής η Ουάσινγκτον είναι λίγα ή αμελητέα. Κάθε άλλο. Σημαίνει όμως ότι το πιο δύσκολο μέρος δεν έχει καν αρχίσει.

Με μια πρώτη ματιά, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη πετύχει ορισμένους σημαντικούς στόχους: αποκλιμάκωση της έντασης, διατήρηση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, αποφυγή ενός ευρύτερου πολέμου και δημιουργία ενός πλαισίου διαπραγμάτευσης ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Για τις ΗΠΑ, τις διεθνείς αγορές και μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας, αυτά είναι ουσιώδη κέρδη. Δεν είναι καθόλου λίγο να αποφεύγεται, έστω προσωρινά, μια ευρύτερη ανάφλεξη με απρόβλεπτες συνέπειες για τη Μέση Ανατολή και την παγκόσμια οικονομία.

Το μεγάλο αγκάθι, όμως, παραμένει εκεί που βρισκόταν πάντα: στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Σε αντίθεση με όσα συχνά παρουσιάζονται, η συμφωνία του 2015 δεν βασιζόταν απλώς σε μια ιρανική υπόσχεση ότι η Τεχεράνη δεν θα αποκτούσε πυρηνικά όπλα. Η ουσία της βρισκόταν στους περιορισμούς που επέβαλλε στο πρόγραμμα: όρια στον εμπλουτισμό ουρανίου, περιορισμό αποθεμάτων, μείωση φυγοκεντρητών, επιθεωρήσεις και μηχανισμούς επαλήθευσης.

Με άλλα λόγια, δεν υπήρχε μόνο πολιτική δέσμευση. Υπήρχε και ένας μηχανισμός που έκανε δύσκολη, ή τουλάχιστον πιο δύσκολη, την παραβίασή της.

Αυτό ακριβώς φαίνεται να απουσιάζει σήμερα.

Οι πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί δείχνουν ότι το νέο μνημόνιο προβλέπει μια γενική δέσμευση του Ιράν ότι δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα και μια προσωρινή παύση ορισμένων δραστηριοτήτων. Ωστόσο, τα πιο κρίσιμα ζητήματα παραπέμπονται στην επόμενη φάση των διαπραγματεύσεων, διάρκειας 60 ημερών.

Και εκεί αρχίζουν τα πραγματικά ερωτήματα.

Τι θα γίνει με τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου; Θα απομακρυνθούν; Θα αραιωθούν; Θα παραμείνουν εντός Ιράν;

Τι θα γίνει με τις εγκαταστάσεις και τους φυγοκεντρητές; Ποιο θα είναι το καθεστώς των επιθεωρήσεων; Ποιοι θα είναι οι μηχανισμοί επιβολής σε περίπτωση παραβίασης;

Σε αυτά δεν υπάρχουν ακόμη σαφείς απαντήσεις.

Από την ισραηλινή σκοπιά, εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Το Ισραήλ δεν ανησυχεί τόσο για τις διακηρύξεις όσο για τις δυνατότητες. Η βασική του θέση, εδώ και χρόνια, είναι ότι το κρίσιμο δεν είναι τι δηλώνει η Τεχεράνη, αλλά τι μπορεί να κάνει εάν αποφασίσει να αλλάξει πορεία ή να εξαπατήσει ξανά τη διεθνή κοινότητα.

Και αυτό δεν είναι θεωρητική συζήτηση. Για το Ισραήλ, ο χρόνος που χρειάζεται το Ιράν για να φτάσει σε στρατιωτική πυρηνική ικανότητα δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας.

Υπάρχει και ένας δεύτερος κίνδυνος: η πολιτική δυναμική που δημιουργεί η ίδια η συμφωνία.

Ο Ντόναλντ Τραμπ, εφόσον εξασφαλίσει αποκλιμάκωση, επαναλειτουργία των θαλάσσιων οδών και μια συμφωνία που μπορεί να παρουσιαστεί ως διπλωματική επιτυχία, ενδέχεται να θεωρήσει ότι πέτυχε τον βασικό του στόχο. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η πίεση για την επίλυση των δύσκολων τεχνικών ζητημάτων του πυρηνικού προγράμματος μπορεί να μειωθεί.

Για το Ιράν, αντιθέτως, ο χρόνος λειτουργεί συχνά ως πλεονέκτημα. Η παράταση των διαπραγματεύσεων, η αποφυγή οριστικών δεσμεύσεων και η μεταφορά των κρίσιμων αποφάσεων στο μέλλον αποτελούν γνώριμα στοιχεία της διαπραγματευτικής τακτικής του.

Η πραγματική δοκιμασία, επομένως, δεν είναι η ανακοίνωση του μνημονίου. Είναι οι επόμενες 60 ημέρες.

Εάν αυτές καταλήξουν σε συγκεκριμένους, επαληθεύσιμους και δεσμευτικούς περιορισμούς, τότε η σημερινή συμφωνία μπορεί να αποδειχθεί η αρχή μιας ουσιαστικής διπλωματικής επιτυχίας.

Εάν όχι, υπάρχει ο κίνδυνος να καταγραφεί στην ιστορία ως μια συμφωνία που κατάφερε να αναβάλει το πρόβλημα χωρίς να το λύσει.

Υπάρχει, τέλος, και μια ακόμη παράμετρος που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η ισραηλινή ηγεσία αντιμετωπίζει με τόση επιφυλακτικότητα το υπό διαμόρφωση μνημόνιο.

Για το Ισραήλ, το πυρηνικό πρόγραμμα είναι μόνο ένα μέρος ενός πολύ ευρύτερου προβλήματος: του περιφερειακού δικτύου επιρροής που η Τεχεράνη έχει οικοδομήσει εδώ και δεκαετίες μέσω τρομοκρατικών οργανώσεων, παραστρατιωτικών μηχανισμών και ένοπλων πληρεξουσίων σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Από όσα έχουν γίνει γνωστά μέχρι στιγμής, το μνημόνιο φαίνεται να προβλέπει επέκταση της κατάπαυσης του πυρός και στο λιβανικό μέτωπο. Δεν φαίνεται, όμως, να αγγίζει τα θεμελιώδη ζητήματα που βρίσκονται πίσω από τη σύγκρουση.

Δεν προκύπτει δέσμευση για αφοπλισμό της Χεζμπολάχ. Δεν προκύπτει σαφής περιορισμός της στρατιωτικής της παρουσίας. Και, αντιστοίχως, δεν φαίνεται να υπάρχει ρητή υποχρέωση του Ισραήλ να αποχωρήσει από τις θέσεις που ελέγχει σήμερα στον νότιο Λίβανο. Αυτό, ασφαλώς, ικανοποιεί το Ισραήλ.

Με άλλα λόγια, η εκεχειρία επεκτείνεται, αλλά οι βασικές διαφωνίες παραμένουν άλυτες.

Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους ιρανικούς πληρεξούσιους μηχανισμούς στην περιοχή. Δεν φαίνεται να υπάρχει ουσιαστική πρόβλεψη για τους Χούθι στην Υεμένη, τις φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ ή τη συνεχιζόμενη ιρανική στήριξη προς τρομοκρατικές και άλλες οργανώσεις τις οποίες η Τεχεράνη θεωρεί μέρος της στρατηγικής αποτροπής της.

Αυτό ακριβώς τροφοδοτεί την ανησυχία στο Ισραήλ: ότι ακόμη και αν υπάρξει πρόοδος στο πυρηνικό πεδίο, το Ιράν θα διατηρήσει ανέπαφα σημαντικά εργαλεία της περιφερειακής του επιρροής.

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι απλώς αν η αποκλιμάκωση που παράγει σήμερα η συμφωνία-πλαίσιο μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική και διαρκή σταθερότητα.

Είναι, κυρίως, πώς μπορεί να συμβεί αυτό όταν τα πιο δύσκολα ζητήματα —το πυρηνικό πρόγραμμα, οι μηχανισμοί επαλήθευσης, η Χεζμπολάχ, οι Χούθι, οι ιρανικές πολιτοφυλακές και ολόκληρη η αρχιτεκτονική επιρροής της Τεχεράνης— παραμένουν, προς το παρόν, ανοιχτά.