Του Mark Gongloff

Το περίφημο αστείο του οικονομολόγου Πολ Σάμιουελσον, ότι οι χρηματιστηριακές αγορές έχουν προβλέψει εννέα από τις πέντε τελευταίες υφέσεις, ισχύουν τόσο για τους στρατηγικούς αναλυτές, τους οικονομολόγους και τους traders, όσο και για την ίδια την αγορά. Λίγα οικονομικά φαινόμενα παρακολουθούνται τόσο στενά και προκαλούν τόσο φόβο όσο οι υφέσεις.

Γι’ αυτό και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο κόσμος βιώνει μια οικονομική αναταραχή εφάμιλλη της Μεγάλης Ύφεσης, χωρίς να το αντιλαμβάνονται πολλοί.

Στην πραγματικότητα, η επικρατούσα άποψη σήμερα λέει ότι είναι καλύτερο να μη μιλάμε για την πηγή αυτής της αναταραχής —η οποία έχει μεταφέρει σιωπηλά τρισεκατομμύρια δολάρια σε λιγότερο παραγωγικές χρήσεις— επειδή κάτι τέτοιο δεν θεωρείται πολιτικά συνετό. Ωστόσο, αυτό μοιάζει λίγο με το να σου μειώνουν τον μισθό στη δουλειά και να προσπαθείς να το κρύψεις από τον/τη σύζυγό σου: Όσο περισσότερο προσπαθείς να αποφύγεις την αλήθεια, τόσο πιο οδυνηρό θα είναι το αποτέλεσμα.

Οι ρίζες αυτής της οικονομικής “συμφοράς” βρίσκονται στις φυσικές καταστροφές, ο αριθμός και η ένταση των οποίων έχουν αυξηθεί με την υπερθέρμανση του πλανήτη. Τα τελευταία 12 χρόνια, 13,5 τρισεκατομμύρια δολάρια από τον παγκόσμιο πλούτο έχουν διοχετευθεί στην αποκατάσταση των ζημιών από καταστροφές, στην προετοιμασία για νέες θεομηνίες και στην καταβολή υψηλότερων ασφαλίστρων, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις πρόσφατης έκθεσης του αναλυτή του Bloomberg Intelligence (BI), Άντριου Τζον Στίβενσον. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στις σωρευτικές οικονομικές απώλειες που προκάλεσε η Μεγάλη Ύφεση σε διάστημα 12 ετών. Είναι επίσης πάνω από το τετραπλάσιο του ποσού που χάθηκε κατά τη Μεγάλη Ύφεση, αν προσαρμοστεί στον πληθωρισμό. Από το 2000, αυτές οι δαπάνες έχουν φτάσει συνολικά τα 20 τρισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Στίβενσον.

Μια μεταφορά πλούτου ύψους 20 τρισ. δολαρίων λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια μας

Οι ΗΠΑ έχουν διαθέσει πάνω από το 50% του συνολικού ποσού της 12ετίας, δηλαδή 7,2 τρισεκατομμύρια δολάρια, στο “Disaster-Industrial Complex” [σσ. Όταν η αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών ή κρίσεων μετατρέπεται σε κερδοφόρα επιχειρηματική δραστηριότητα] — ποσό διπλάσιο από το κόστος της Μεγάλης Ύφεσης. Η Κίνα έχει δαπανήσει 2,4 τρισεκατομμύρια δολάρια για την προετοιμασία και την αποκατάσταση, παρά το γεγονός ότι δεν διαθέτει ιδιωτική ασφαλιστική αγορά, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν δαπανήσει συνολικά 1,6 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Αυτές οι δαπάνες είναι βέβαια θετικές για τις εταιρείες που ασχολούνται με την αποκατάσταση των ζημιών που προκαλεί η φύση. Η “Repair Group” του BI, η οποία αποτελείται από 65 εταιρείες, όπως η Home Depot Inc., η εταιρεία υποδομών Core & Main Inc. και η Copart Inc. (ειδικευμένη στην ανάκτηση οχημάτων), ξεπέρασε τον δείκτη S&P 1200 κατά 23% το προηγούμενο έτος και περίπου κατά 9,3% ετησίως την τελευταία πενταετία, σύμφωνα με τα στοιχεία του BI.

Εν τω μεταξύ, η “Prepare Group” του BI, που αποτελείται από 64 εταιρείες που βοηθούν τους πελάτες να προετοιμαστούν για καταστροφές —συμπεριλαμβανομένων των κολοσσών της αντασφάλισης Aon PLC και Swiss Re AG, της εταιρείας Parsons Corp. που δραστηριοποιείται στους τομείς της τεχνολογίας, της άμυνας και των υποδομών, και του κατασκευαστή γεννητριών Generac Holdings Inc.— ξεπέρασε τον S&P 1200 κατά 31% το τελευταίο έτος και κατά 15%, κατά μέσο όρο, τα τελευταία πέντε έτη.

Με άλλα λόγια, η Wall Street έχει αντιληφθεί αυτή τη μεταφορά πλούτου και αντέδρασε αναλόγως προς όφελος των επενδυτών. Ωστόσο, αυτό δεν συμβάλλει ιδιαίτερα στη μελλοντική οικονομική ανάπτυξη. Το κεφάλαιο που θα μπορούσε να είχε δαπανηθεί για την ανάπτυξη των ιπτάμενων αυτοκινήτων που μας είχαν υποσχεθεί, κατευθύνεται αντίθετα στην ανακατασκευή κατοικιών και στην ενίσχυση της προστασίας έναντι πυρκαγιών και πλημμυρών.

Και αυτές οι ζημιές θα αυξάνονται καθώς το περιβάλλον γίνεται όλο και πιο χαοτικό. Κάθε αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη κατά έναν βαθμό Κελσίου σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή θα αφαιρεί το 20% από το παγκόσμιο ΑΕΠ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του National Bureau of Economic Research.

Σε αντίθεση με την τρέχουσα κυβέρνηση των ΗΠΑ, η αγορά φαίνεται επίσης να κατανοεί ότι η κλιματική αλλαγή τροφοδοτεί το “Disaster-Industrial Complex”. Το “No-Impact Group” του BI, το οποίο περιλαμβάνει εταιρείες που βοηθούν τους πελάτες να αυξήσουν την ενεργειακή τους απόδοση, όπως η Carrier Global Corp. και η Siemens Energy AG, έχει ξεπεράσει τον δείκτη S&P 1200 κατά 53% το τελευταίο έτος και κατά 20% τα τελευταία πέντε. Η αύξηση της ενεργειακής απόδοσης εξοικονόμησε 11,5 exajoules ενέργειας πέρυσι, σημειώνει ο Stevenson — ποσότητα πάνω από το διπλάσιο της ενέργειας που παράγεται από την ηλιακή και την αιολική ενέργεια μαζί. Όλα αυτά συμβάλλουν στον περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που θερμαίνουν τον πλανήτη.

Φυσικά, οι προηγούμενες επιδόσεις δεν αποτελούν εγγύηση για το μέλλον. Αυτή η στήλη δεν αποτελεί επενδυτική συμβουλή. Σκοπός της είναι απλώς να κινήσει την προσοχή στο γεγονός ότι οι επενδυτές στοιχηματίζουν δυναμικά στην κλιματική αλλαγή —τόσο στις επιπτώσεις της όσο και στις προσπάθειες για την καταπολέμησή της— ακριβώς τη στιγμή που η ίδια η έννοια της “κλιματικής αλλαγής” φαίνεται να βρίσκεται σε πολιτική και πολιτιστική “εξορία”.

Και δεν εννοώ μόνο την κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, η οποία έχει απαγορεύσει οποιαδήποτε επίσημη αναγνώριση της ύπαρξης της κλιματικής αλλαγής, έχει διαγράψει περιβαλλοντικά δεδομένα από κυβερνητικές ιστοσελίδες, έχει επιτεθεί στη σχετική επιστήμη και έχει εμποδίσει τόσο τις επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια όσο και τα μέτρα προσαρμογής. Ούτε εννοώ μόνο τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας που απομακρύνονται από προηγούμενες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, καθώς ο πειρασμός της κατασκευής ενεργοβόρων κέντρων δεδομένων αποδεικνύεται πολύ ισχυρός για να του αντισταθούν.

Ακόμη και φαινομενικοί σύμμαχοι του αγώνα για το κλίμα έχουν υποστηρίξει πρόσφατα ότι πρέπει απλώς να τον εγκαταλείψουμε. Την περασμένη εβδομάδα, ο καθηγητής γεωλογίας του Syracuse, Ματ Χιούμπερ, δημοσίευσε ένα άρθρο γνώμης στους New York Times με τον τίτλο: “Ξεχάστε την κλιματική αλλαγή. Οι Δημοκρατικοί πρέπει να μιλήσουν για άλλα ζητήματα”. Βέβαια, το σκίτσο που συνόδευε το άρθρο έδειχνε έναν πλανήτη να αντιδρά με σοκ, καθώς γλιστρούσε μέσα από δύο απρόσεκτα ανθρώπινα χέρια.

Το άρθρο πυροδότησε μια έντονη αντιπαράθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην οποία συνέβαλε και η δήλωση του Χιούμπερ στο Bluesky ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί ζήτημα που ενδιαφέρει κυρίως την “μορφωμένη/ευκατάστατη βάση” του κόμματος. Στην πραγματικότητα, τουλάχιστον οι μισοί Αμερικανοί σε κάθε πολιτεία των ΗΠΑ —ακόμη και στις “κόκκινες”— ανησυχούν για την κλιματική αλλαγή, σύμφωνα με τους πρόσφατους “Χάρτες Κλιματικής Κοινής Γνώμης” του Yale.

Οι Times άλλαξαν αργότερα τον τίτλο σε έναν λιγότερο αμφιλεγόμενο: “Οι Δημοκρατικοί δεν χρειάζεται πλέον να κάνουν προεκλογική εκστρατεία για την κλιματική αλλαγή”, αλλά η ζημιά είχε ήδη γίνει. Αυτό προστέθηκε στη γενικότερη τάση του “greenhushing”, την οποία ο πρώην υπέρμαχος του κλίματος Μπιλ Γκέιτς “νομιμοποίησε” πέρυσι, υποστηρίζοντας ότι η εμμονή με την άνοδο της θερμοκρασίας ήταν “τόσο 2015” και λέγοντας στους προοδευτικούς να εστιάσουν, αντ’ αυτού, στη βελτίωση του παγκόσμιου βιοτικού επιπέδου.

Ο Χιούμπερ, ο Γκέιτς και άλλοι μπορεί να έχουν ένα βάσιμο πολιτικό επιχείρημα: Αν είσαι Δημοκρατικός πολιτικός που προσπαθεί να κερδίσει κυρίως συντηρητικούς αναποφάσιστους ψηφοφόρους σε αμφίρροπες εκλογές, τότε πιθανότατα θέλεις να αντιμετωπίσεις το κύριο μέλημά τους, το οποίο αυτές τις μέρες είναι εκείνο το μεγάλο νούμερο στον πίνακα πάνω από το βενζινάδικο. Το να μιλάς πάρα πολύ για την “κλιματική αλλαγή” ως μια αόριστη έννοια, πιθανότατα δεν θα φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Από την άλλη πλευρά, το κόστος ζωής και η κλιματική αλλαγή είναι όλο και πιο αλληλένδετα. Η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν ίσως να μην ήταν τόσο οδυνηρή, και ο τεράστιος αριθμός πάνω από το βενζινάδικο να μην ήταν τόσο υψηλός, αν οι Αμερικανοί διέθεταν περισσότερες από τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας που ο Τραμπ και άλλοι επιμένουν να εμποδίζουν. Τα έξοδα ασφάλισης κατοικιών ίσως να μην εκτοξεύονταν στα ύψη σε ολόκληρη τη χώρα, καθιστώντας τη στέγαση απρόσιτη για πολλούς, αν είχαμε λάβει πιο σοβαρά υπόψη από την αρχή την υπερθέρμανση του πλανήτη και τις επιπτώσεις της.

Η επίλυση αυτών των προβλημάτων θα απαιτήσει τελικά να αντιμετωπίσουμε την πηγή τους. Η χρηματιστηριακή αγορά, τουλάχιστον, μας δίνει ήδη την άδεια να το κάνουμε.

BloombergOpinion