Το καλάθι των ταχέως κινούμενων καταναλωτικών προϊόντων στα σούπερ μάρκετ καταγράφει σωρευτική αύξηση 30% σε αξία την περίοδο 2006-2025, την ώρα που η Ελλάδα συγκαταλέγεται, μαζί με την Ιταλία, στις μόλις δύο χώρες της ΕΕ όπου το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών υποχώρησε την τελευταία εικοσαετία.
Παρά τη διαχρονική πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα, η εικόνα της οργανωμένης λιανικής δεν δείχνει απώλειες στον όγκο πωλήσεων. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο NIQ Shopper Trends από τον Κώστα Παπαδάκη, Sales & Engagement Manager της NielsenIQ, οι καταναλωτές συνέχισαν να γεμίζουν το καλάθι τους, παρά την άνοδο των τιμών. Όπως ανέφερε, τα σούπερ μάρκετ διαθέτουν σήμερα περίπου τις ίδιες ποσότητες προϊόντων με εκείνες που διέθεταν πριν από 20 χρόνια, αλλά σε μέση τιμή αυξημένη κατά περίπου 30%.
Η αγορά δεν μεγάλωσε, αλλά αναπτύχθηκε κυρίως μέσα από την άνοδο των τιμών. Την περίοδο της κορύφωσης της οικονομικής κρίσης, από το 2010 έως το 2015, η αγορά κατέγραψε σταθερά αρνητικές επιδόσεις, με τη μεγαλύτερη πίεση στον όγκο να σημειώνεται το 2011 και το 2012.
Η πιο δύσκολη χρονιά της τελευταίας 20ετίας ήταν το 2016, όταν η αγορά βρέθηκε αντιμέτωπη με κατακόρυφη πτώση τόσο στον όγκο όσο και στην αξία. Ήταν η χρονιά μετά το δημοψήφισμα, με αυξήσεις σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης σε καφέ και αλκοολούχα, αλλαγές στον ΦΠΑ και την κατάρρευση του Μαρινόπουλου να επιβαρύνουν συνολικά τον κλάδο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα εξαιρετικά δυσμενές μείγμα: πτώση 9,8% στον όγκο, μείωση 6,7% στον τζίρο και άνοδο 3,1% στις μέσες τιμές ανά μονάδα προϊόντος.
Από το 2017 και μετά καταγράφηκε σταδιακή ανάκαμψη, ενώ το 2020 η πανδημία άλλαξε εκ νέου τα δεδομένα στην αγορά. Λόγω του γενικευμένου lockdown, ο όγκος πωλήσεων εκτινάχθηκε κατά 9,2%, ενώ η μέση τιμή ανά μονάδα προϊόντος παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη.
Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν οι έντονες πληθωριστικές πιέσεις. Το 2022 και το 2023 η μέση τιμή ανά μονάδα προϊόντος αυξήθηκε κατά 8,8% και στις δύο χρονιές, ενώ οι όγκοι πωλήσεων υποχώρησαν το 2022 και ανέκαμψαν οριακά το 2023, αποτυπώνοντας τη μεταβολή στη συμπεριφορά των καταναλωτών.
Το 2025 έφερε μια πιο ισορροπημένη εικόνα στην αγορά. Η αξία των πωλήσεων αυξήθηκε κατά 5,9%, ο όγκος κατά 4,2% και η μέση τιμή ανά μονάδα προϊόντος κατά 1,7%. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η ανάπτυξη φαίνεται να στηρίζεται περισσότερο στην πραγματική κατανάλωση και λιγότερο στον πληθωρισμό.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή ενδέχεται να αποδειχθεί προσωρινή, καθώς νέος παράγοντας αβεβαιότητας εισέρχεται στην αγορά λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Έρευνα της NielsenIQ, που πραγματοποιήθηκε την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου αμέσως μετά το ξέσπασμα της κρίσης, καταγράφει έντονη ανησυχία στους καταναλωτές.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 57% δηλώνει πολύ ανήσυχο, το 27% αγχωμένο για τις επόμενες εξελίξεις και το 13% θυμωμένο, ενώ μόλις το 5% εμφανίζεται αδιάφορο. Παράλληλα, το 72% δηλώνει ότι έχει ήδη αλλάξει καταναλωτική συμπεριφορά, περιορίζοντας δαπάνες και αγορές. Ένας στους τέσσερις περιόρισε τις εξόδους από το σπίτι, ενώ ένα μικρότερο ποσοστό στράφηκε σε αποθεματοποίηση προϊόντων.
Οι ανησυχίες των καταναλωτών μετατοπίζονται πλέον από το κατά πόσο επαρκούν τα χρήματα για το καλάθι των τροφίμων, προς τους φόβους για ανατιμήσεις, ελλείψεις, προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και αύξηση των τιμών των καυσίμων. Όπως σημείωσε η Ντορίνα Φυντάνη, Strategic Analytics and Insights Market Leader της NielsenIQ για Ελλάδα και Βουλγαρία, η ψυχολογία της κρίσης περνά από τέσσερα στάδια — σοκ, εγρήγορση, προσαρμογή και επανεκκίνηση — με την αγορά να βρίσκεται αυτή την περίοδο στο στάδιο του σοκ.
Το κλίμα αυτό εντείνεται από τη γενικότερη απαισιοδοξία για την οικονομία. Έξι στους δέκα καταναλωτές θεωρούν ότι η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε ύφεση, ενώ η μεγάλη πλειονότητα όσων συμμερίζονται αυτή την εκτίμηση πιστεύει ότι η κατάσταση θα διαρκέσει περισσότερο από έναν χρόνο. Την ίδια στιγμή, τέσσερις στους δέκα αναμένουν επιδείνωση της προσωπικής τους οικονομικής κατάστασης μέσα στο 2026.