Η διάρκεια της ενεργειακής κρίσης, που ξεκίνησε πριν από περίπου τρεις μήνες με τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν, αναδεικνύεται στον μεγαλύτερο κίνδυνο για την οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελλάδας. Η ελληνική οικονομία αναμένεται να δεχθεί τόσο άμεσες όσο και έμμεσες πιέσεις από τις υψηλές τιμές ενέργειας, σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας για τις αγορές, τα δημόσια οικονομικά και την ανάπτυξη.
Στις εαρινές προβλέψεις της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά, με βάση τα σημερινά δεδομένα, ότι η κρίση και η αναστάτωση στα Στενά του Ορμούζ θα έχουν ολοκληρωθεί έως το τέλος του έτους. Υπό αυτή την παραδοχή, προβλέπει ανάπτυξη 1,1% για την Ε.Ε. φέτος και 1,4% το 2027.
Με άλλα λόγια, χωρίς να συνυπολογίζει ενδεχόμενη αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν ή μεταβολή στις συνθήκες γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, η Επιτροπή θεωρεί ότι το 2027 η Ευρώπη θα επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης αντίστοιχους με εκείνους του 2025, πριν από την κρίση. Την ίδια στιγμή, στις ίδιες προβλέψεις αναγνωρίζει ότι ο αποκλεισμός των Στενών έχει αφαιρέσει από την κυκλοφορία 17 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 10% των παγκόσμιων αναγκών, ενώ σημειώνει ότι η ζήτηση ενέργειας από τις χώρες της Ανατολής έχει κορυφωθεί.
Η αισιόδοξη αυτή προσέγγιση μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την πρόθεση της Ε.Ε. να αποφύγει το άνοιγμα της συζήτησης για ενδεχόμενη ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής, η οποία θα ανέτρεπε τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες. Μια τέτοια εξέλιξη θα μεγέθυνε τα προβλήματα που ήδη αντιμετωπίζουν οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της Ένωσης: η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία. Άλλωστε, η ίδια η Επιτροπή παραδέχεται ότι τα περιθώρια για μέτρα στήριξης είναι πολύ μικρότερα σε σχέση με το 2022, ενώ οι συνθήκες χρηματοδότησης είναι πλέον πιο αυστηρές.
Την ίδια ώρα, οι αγορές παρακολουθούν τα προβλήματα της Ευρώπης να επιδεινώνονται λόγω της ενεργειακής κρίσης, της εξάρτησης από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων και των προθέσεων της ΕΚΤ να αυξήσει τα επιτόκια του ευρώ ακόμη και τρεις φορές μέσα στο 2026. Ως αποτέλεσμα, έχουν λάβει επιθετική θέση απέναντι στα ευρωπαϊκά ομόλογα. Οι αποδόσεις στο ιταλικό και το γαλλικό δεκαετές κινήθηκαν κοντά στο 4% όλη την περασμένη εβδομάδα, ενώ το γερμανικό δεκαετές, που αποτελεί το ομόλογο αναφοράς της Ευρωζώνης, έφτασε στο 3,2% για πρώτη φορά έπειτα από περίπου 20 χρόνια.
Η ανησυχία της Αθήνας
Σε αυτό το περιβάλλον εντάσσεται και η αγωνία της Αθήνας. Το ελληνικό χρέος μπορεί να μειώθηκε το πρώτο τρίμηνο κατά 2,5 δισ. ευρώ, στα 360,5 δισ. ευρώ, ωστόσο παραμένει το υψηλότερο στην Ευρώπη. Η βασική ανησυχία του ΥΠΕΘΟ είναι ότι μια έντονη νευρικότητα στα ευρωπαϊκά ομόλογα θα επηρεάσει και τις ελληνικές εκδόσεις τίτλων.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με την ίδια προσέγγιση, δεν αφορά αποκλειστικά το ύψος των αποδόσεων, αλλά κυρίως τη μεταβλητότητα που επικρατεί στις αγορές. Οι επενδυτές στα ελληνικά ομόλογα χρειάζονται σταθερότητα και προβλεψιμότητα, ώστε οι τιμές των τίτλων να μη μεταβάλλονται ανεξέλεγκτα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η Αθήνα εκτιμά ότι η προοπτική αύξησης των επιτοκίων του ευρώ έως και κατά 0,75% από τον Ιούνιο θα εντείνει την πίεση στα ομόλογα, ιδίως στις χώρες με υψηλό χρέος. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται η Ελλάδα, η Ιταλία, η Γαλλία, το Βέλγιο, αλλά και χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, οι οποίες σήμερα ακολουθούν από απόσταση την άνοδο των αποδόσεων στις μεγάλες οικονομίες.
Σε ό,τι αφορά τις προβλέψεις για την ανάπτυξη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε την εκτίμησή της για την Ελλάδα στο 1,8% από 2,2% για φέτος και στο 1,6% από 1,7% για το 2027. Αρμόδιες πηγές αποδίδουν την αναθεώρηση στο γεγονός ότι η Ε.Ε. δεν έλαβε υπόψη τα αναπτυξιακά σχέδια για το 2027 και τα επόμενα χρόνια, όπως αποτυπώνονται στο αναθεωρημένο μεσοπρόθεσμο που υπέβαλε η Ελλάδα τον Απρίλιο στις Βρυξέλλες. Ωστόσο, οι ελληνικές ανησυχίες δεν περιορίζονται στο χρέος.
Το δημοσιονομικό πρόβλημα
Η παράταση της κρίσης αυξάνει και τις ανάγκες για μέτρα στήριξης σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η Ελλάδα έλαβε θετική αξιολόγηση από την Κομισιόν, καθώς τα μέτρα ύψους 800 εκατ. ευρώ που έχουν ανακοινωθεί μέχρι σήμερα είναι στοχευμένα και μπορούν να αρθούν σχετικά εύκολα.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι τι θα συμβεί εάν το ίδιο πρόβλημα παραμείνει και έναν χρόνο αργότερα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ελλάδα θα δεχθεί μεγαλύτερη πίεση να στηρίξει την οικονομία και την κοινωνία. Παράλληλα, χώρες της Ε.Ε. με ήδη υπερβολικό έλλειμμα, άνω του 3% του ΑΕΠ, θα αναγκαστούν να δανειστούν για να χρηματοδοτήσουν νέα μέτρα, αυξάνοντας περαιτέρω τόσο το έλλειμμα όσο και το χρέος τους.
Το σενάριο αυτό γίνεται ακόμη πιο δύσκολο εάν η Ε.Ε. διολισθήσει σε στασιμοπληθωρισμό, με μηδενική ανάπτυξη και επίμονες πληθωριστικές πιέσεις.
Για την Ελλάδα, πρόσθετη πηγή ανησυχίας αποτελεί και η εξέλιξη του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Με βάση τις προβλέψεις της Κομισιόν, το έλλειμμα αναμένεται να αυξηθεί από το 4,9% του ΑΕΠ, όπου έφτασε το 2025, στο 7,1% του ΑΕΠ, κυρίως λόγω των εισαγωγών ενέργειας. Η εξέλιξη αυτή ροκανίζει την ανάπτυξη της οικονομίας σε μια κρίσιμη χρονική περίοδο.
Το βάρος του πληθωρισμού
Στο ήδη δύσκολο περιβάλλον προστίθεται και το ζήτημα του υψηλού πληθωρισμού, το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς η χώρα βρίσκεται μεταξύ εκείνων με τις υψηλότερες επιδόσεις εντός της Ε.Ε.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα φτάσει στο 3,1% στην Ε.Ε. και στο 3,7% στην Ελλάδα, για να υποχωρήσει στο 2,4% και στις δύο περιπτώσεις το 2027.
Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι η κρίση θα έχει τελειώσει το 2026. Μαζί με τον υψηλό πληθωρισμό, Ελλάδα και Ευρώπη θα κληθούν να αντιμετωπίσουν αυξημένες ανάγκες για μέτρα στήριξης, χαμηλότερες εξαγωγές και υψηλότερο κόστος χρήματος. Η ΕΚΤ δεν θα μπορεί εύκολα να αναστείλει τις αυξήσεις επιτοκίων προτού ο πληθωρισμός επιστρέψει κοντά στον στόχο του 2%, όποτε κι αν συμβεί αυτό.