Την εβδομάδα αυτήν η Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου, η πρώτη γυναίκα που κατέχει το αξίωμα αυτό στην χώρα, αναγορεύθηκε σε Επίτιμη Διδάκτορα της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.
Ήταν για αυτήν, όπως είπε, μια στιγμή ξεχωριστή, που συμπυκνώνει πολλές δεκαετίες παρουσίας, εργασίας και μελέτης στον χώρο του δικαίου. Αλλά και κάτι παραπάνω, πρόσθεσε, που δεν χωράει στο τυπικό βιογραφικό: «το δίκαιο δεν συνιστά, για όσους αφιερώνουμε τη ζωή μας σε αυτό, ένα απλό αντικείμενο γνώσης, δεν κείται έξω από μας. Αντιθέτως, είναι, τολμώ να πω πιο προσωπικά, ένα διαρκές βίωμα, με σπουδαίες αναφορές σε πρόσωπα και θεσμούς που προσδιόρισαν βαθύτατα τη στάση μου απέναντι σε αυτό. Με πρώτο το παράδειγμα του πατέρα μου, στην εγγύτερη αναφορά για όλους μας, την οικογένεια».
Συνήθως, αυτές οι τελετές έχουν ένα αυστηρό εθιμοτυπικό περιεχόμενο, και λίγες είναι οι φορές που προσέχει κάποιος και δίδει σημασία στα λεγόμενα, κυρίως από την πλευρά του τιμώμενου προσώπου. Με κέντρισαν όμως, για πολλούς λόγους, τα όσα είπε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που θα πρέπει να πω ότι μόνη της γράφει τις ομιλίες της, σχεδόν σε κάθε της δημόσια παρουσία.
Σε εποχές που τα νομικά ζητήματα, ιδίως όσα συνδέονται άρρηκτα με την ορθή λειτουργία του λεγόμενου «κράτους δικαίου», περνούν από την δοκιμασία μιας εύλογης δημόσιας κριτικής, τόσον όσο αφορά την λειτουργία των θεσμών του κράτους, όσο και το περίφημο «περί δικαίου αίσθημα», κρίνω ότι ο λόγος της κυρίας Προέδρου έχει ιδιαίτερο βάρος, για αυτό και τον αναδεικνύω στην κυριακάτικη στήλη μου. Δώστε βάση, παρακαλώ, στα παρακάτω λόγια της, και κάντε τις αναγωγές που πρέπει:
«Στις αποσκευές του φρόνιμου δικαστή συνυπάρχουν ο ιδεαλισμός με τον πραγματισμό, η αποστασιοποίηση και η ενσυναίσθηση. Η νομολογία τοποθετείται στη συγκυρία, αλλά και την υπερβαίνει. Ο χρόνος της δεν είναι ποτέ αυστηρά ενεστώς, καθώς περικλείει τη σχέση με το παρελθόν, τις προηγούμενες κρίσεις της, όπως και τους δρόμους που ανοίγει για το μέλλον. Ο δικαστικός εαυτός είναι μια ενότητα μεθόδου και νομικής αντίληψης, ένας πυρήνας ερμηνείας του δικαίου που παρά τις νομολογιακές μεταβολές και τις αποκλίσεις, τις πλειοψηφίες και τις μειοψηφίες, παραμένει ισχυρός και συνεκτικός, για όποιον τουλάχιστον επιχειρεί να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων που απαιτεί η απονομή της δικαιοσύνης. Στην προσωπική μου διαδρομή αυτό προσπάθησα να κάνω πράξη, σε όλες τις πτυχές και τις εκφάνσεις της.»
Κατά την κ. Σακελλαροπούλου, που εκτός από εξέχουσα νομικός είναι και ένα βαθιά καλλιεργημένο και, θα πρόσθετα, και «καθωσπρέπει πρόσωπο», ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως και ο δικαστής, οφείλει να ακούει με προσοχή όλες τις πλευρές, να συνθέτει τις διαφορές.
«Ο ρυθμιστικός μου ρόλος, όπως περιγράφεται στο Σύνταγμα, και η ενωτική υπέρβαση των κομματικών σκοπιμοτήτων, προϋποθέτει την απόσταση και την αμεροληψία. Δεν εκπροσωπώ καμία παράταξη, αλλά όλους τους Έλληνες. Ως Πρόεδρος, παραμένω στο τέλος της ημέρας όπως ακριβώς και στη δικαστική μου διαδρομή: ένας δημόσιος λειτουργός, προσηλωμένος στο γενικό και στο εθνικό συμφέρον.»
Κρατείστε αυτό το «παραμένω ένας δημόσιος λειτουργός», και αναρωτηθείτε πόσοι στην Κύπρο, όπου ο όρος αυτός οικειοποιείται σχεδόν απ’ όλους, πραγματικά τον τιμούν. Κατά την κ. Σακελλαροπούλου, ο συντονισμός με το κοινωνικό είναι και η βασική προτεραιότητα της Προεδρίας της: Το ισχυρό μήνυμα αλλά και η αποτελεσματική πράξη της συμπερίληψης του άλλου, ιδίως του αδυνάτου, στην κοινωνική και πολιτική μας συνύπαρξη. Και καταλήγει:
«Η ευημερία της δημοκρατίας μας συναρτάται με την ενσωμάτωση, όχι με τον αποκλεισμό, με την ανάπτυξη και τη δημιουργία κινήτρων για όλους, αλλά και τη στήριξη των ευάλωτων ομάδων, ειδικά στις δύσκολες μέρες του καιρού μας.»
(*) Αυτά που διέφυγαν της προσοχής μας, που υποτιμήθηκαν ειδησεογραφικά, που ίσως να πέρασαν απαρατήρητα, ή που αξίζει να αναδείξουμε πιο πολύ