Η πρόταση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για την επιβολή ανώτατου ορίου 10% στα επιτόκια των πιστωτικών καρτών, την οποία δημοσιοποίησε μέσω των κοινωνικών δικτύων, προκάλεσε αίσθηση στην Ουάσινγκτον.
Παράλληλα, προκάλεσε τη διαφωνία ενός από τους στενότερους συμμάχους του στο Κογκρέσο, του ρεπουμπλικανού πρόεδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, Μάικ Τζόνσον.
Ο Τζόνσον εξέφρασε επιφυλάξεις, αφήνοντας να νοηθεί ότι η πρόταση του προέδρου δεν έχει μελετηθεί επαρκώς, πριν υποβληθεί.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Καπιτώλιο, ο Τζόνσον τόνισε ότι το Κογκρέσο οφείλει να εξετάσει την ιδέα και να την αναλύσει διεξοδικά, αλλά υπογράμμισε ότι ένα τέτοιο ανώτατο όριο ενδέχεται να επιφέρει σοβαρές «αρνητικές δευτερογενείς επιπτώσεις».
Κατά τον ίδιο, ο περιορισμός των επιτοκίων «σε τόσο χαμηλά επίπεδα» θα μπορούσε να οδηγήσει τις εταιρείες πιστωτικών καρτών είτε να αποσυρθούν από την αγορά δανεισμού, είτε να μειώσουν δραστικά τα διαθέσιμα πιστωτικά όρια.
«Ένα από τα πράγματα που πιθανότατα δεν έχει λάβει υπόψη ο πρόεδρος», σχολίασε ο Τζόνσον, «είναι πως όταν μειώνεις τα επιτόκια στο 10%, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι εταιρείες πιστωτικών καρτών απλώς να σταματήσουν να δανείζουν χρήματα».
Η δήλωση αυτή ξεχώρισε ως μία από τις ελάχιστες φορές που ο επικεφαλής της Βουλής παίρνει δημόσια αποστάσεις από τον Τραμπ, με τον οποίο έχει ευθυγραμμιστεί στενά σε σειρά πολιτικών ζητημάτων.
Η πρόταση του Ντόναλντ Τραμπ εντάσσεται στο πλαίσιο των δεσμεύσεων της κυβέρνησής του να μειώσει το κόστος ζωής, ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα της προεκλογικής του εκστρατείας το 2024. Στην ανάρτησή του υποστήριξε ότι οι Αμερικανοί «εξαπατώνται» από εταιρείες που χρεώνουν 20% έως 30% στα επιτόκια πιστωτικών καρτών, ποσοστά που παραμένουν κοντά σε ιστορικά υψηλά. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, το μέσο επιτόκιο τον Νοέμβριο διαμορφώθηκε στο 20,97%.
Παρότι η ιδέα του Τραμπ προκάλεσε έντονη δημόσια συζήτηση, η εφαρμογή της θα απαιτούσε νομοθετική πράξη από το Κογκρέσο, ένα βήμα για το οποίο ήδη εκφράζονται σοβαρές αντιρρήσεις. Στελέχη της JPMorgan Chase προειδοποίησαν ότι ένα ανώτατο όριο 10% θα έπληττε τόσο τους καταναλωτές όσο και την οικονομία. Όπως εξήγησαν, οι τράπεζες πιθανότατα θα αναγκάζονταν να μειώσουν σημαντικά τη διαθεσιμότητα πιστώσεων ή να αναθεωρήσουν ολόκληρο το επιχειρησιακό μοντέλο των καρτών. Ο οικονομικός διευθυντής της τράπεζας, Τζέρεμι Μπάρνουμ, επεσήμανε ακόμη ότι η πρόταση στερείται λεπτομερούς ανάλυσης, χαρακτηρίζοντας την εφαρμογή της απότομη και ασαφή.
Η συζήτηση γύρω από το ανώτατο όριο επιτοκίων ξέσπασε λίγες ημέρες πριν η κυβέρνηση Τραμπ ανακοινώσει μια αμφιλεγόμενη ποινική έρευνα κατά του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Τζερόμ Πάουελ.
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης κλήτευσε την Fed στο πλαίσιο έρευνας για πιθανή «κατάχρηση χρημάτων των φορολογουμένων» σε σχέση με τις σημαντικές υπερβάσεις κόστους στην ανακαίνιση των κεντρικών γραφείων της. Η κατάθεση του Πάουελ στο Κογκρέσο, η οποία είχε επικριθεί από την κυβέρνηση, αποτέλεσε αφετηρία των ερευνών.
Ο Πάουελ, από την πλευρά του, απάντησε ότι η έρευνα έχει ξεκάθαρα πολιτικά κίνητρα και αποτελεί αντίποινα για τη στάση που διατηρεί απέναντι στις πιέσεις της κυβέρνησης σχετικά με τη νομισματική πολιτική και τα επιτόκια. Παρά τις κατηγορίες, ο Μάικ Τζόνσον υπερασπίστηκε την έρευνα, υποστηρίζοντας ότι ακολουθεί θεσμικές διαδικασίες και πως «δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα τη δική του προσέγγιση» στα ζητήματα οικονομικής πολιτικής.
Η δημόσια διαφοροποίηση του Τζόνσον από τον Τραμπ, αν και προσεκτικά διατυπωμένη, ανέδειξε τα όρια της εσωκομματικής συνοχής στις τάξεις των Ρεπουμπλικάνων γύρω από τις οικονομικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης. Ταυτόχρονα, η πρόταση για ανώτατο όριο επιτοκίων άνοιξε μια ευρύτερη συζήτηση για το κατά πόσο η αγορά πιστώσεων μπορεί να ρυθμιστεί χωρίς να περιοριστεί η πρόσβαση των καταναλωτών σε δανεισμό, ένα ζήτημα που αναμένεται να απασχολήσει έντονα τους επόμενους μήνες.