Η μεταβλητότητα στις αγορές αναμένεται να παραμείνει το βασικό χαρακτηριστικό του βραχυπρόθεσμου σκηνικού, τουλάχιστον όσο διαρκεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, με τους επενδυτές να παρακολουθούν πλέον σχεδόν αποκλειστικά τις εξελίξεις στο γεωπολιτικό πεδίο και τις επιπτώσεις τους στις τιμές της ενέργειας.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η συνέχεια θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια του πολέμου, την κατάσταση στις θαλάσσιες μεταφορές και ειδικά από τις εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, που έχουν μετατραπεί σε βασικό παράγοντα ακραίων διακυμάνσεων για πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι προβλέψεις για τις τιμές της ενέργειας αναθεωρούνται συνεχώς. Οι εκτιμήσεις αλλάζουν ανάλογα με τις ενδείξεις για το πόσο θα παραταθεί η κρίση, αλλά και με βάση τις παρεμβάσεις των Αρχών και των θεσμών για τη στήριξη της προσφοράς, όπως η ιστορική απόφαση του ΙΕΑ να αποδεσμεύσει 400 εκατ. βαρέλια πετρελαίου από τα στρατηγικά αποθέματα.
Η Goldman Sachs έχει ήδη προχωρήσει τρεις φορές σε ανοδική αναθεώρηση των προβλέψεών της για τις τιμές της ενέργειας. Πλέον εκτιμά ότι το Brent θα κινηθεί κατά μέσο όρο στα 77 δολάρια ανά βαρέλι το 2026 και στα 71 δολάρια το 2027, ενώ για το φυσικό αέριο TTF προβλέπει μέση τιμή 46 ευρώ ανά μεγαβατώρα το 2026, από 37 ευρώ προηγουμένως.
Την ίδια ώρα, η αμερικανική τράπεζα επεξεργάζεται και δυσμενή σενάρια για τις ροές ενέργειας μέσω των Στενών του Ορμούζ. Σε περίπτωση διαταραχής για 30 ημέρες, εκτιμά ότι το πετρέλαιο θα μπορούσε να εκτιναχθεί στα 130 δολάρια το βαρέλι, ενώ σε σενάριο 60 ημερών οι τιμές θα μπορούσαν να φθάσουν ακόμη και τα 150 δολάρια. Στα ίδια σενάρια, οι τιμές του φυσικού αερίου TTF προβλέπεται να κινηθούν στα 75 και 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα αντίστοιχα.
Από την πλευρά της, η Capital Economics τονίζει ότι η αποδέσμευση έκτακτων αποθεμάτων πετρελαίου μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στην αγορά και να περιορίσει τις πιέσεις από ενδεχόμενη μείωση της προσφοράς στη Μέση Ανατολή. Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι αν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν ουσιαστικά κλειστά για μεγαλύτερο διάστημα, οι τιμές θα κινηθούν εκ νέου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Οι κίνδυνοι δεν περιορίζονται μόνο στην αγορά ενέργειας. Πολλοί οίκοι προειδοποιούν ότι η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τον κίνδυνο ενός νέου στασιμοπληθωριστικού σοκ, καθώς η άνοδος στις τιμές του πετρελαίου απειλεί να τροφοδοτήσει τον πληθωρισμό, να επιβαρύνει το κόστος ζωής και να περιορίσει την ανάπτυξη.
Η Moody’s σημειώνει ότι αν το πετρέλαιο παραμείνει στα 100 δολάρια ή υψηλότερα, η οικονομική πίεση θα ενταθεί. Όπως αναφέρει, το αυξημένο ενεργειακό κόστος θα ανεβάσει τις τιμές καταναλωτή και το κόστος παραγωγής διεθνώς, διαβρώνοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και περιορίζοντας τις επενδύσεις, ενώ οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να στραφούν σε αυστηρότερη νομισματική πολιτική.
Στο ίδιο πνεύμα, η Oxford Economics εκτιμά ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί μια ταχεία άνοδος του πετρελαίου ακόμη και στα 140 δολάρια το βαρέλι, εάν οι εξελίξεις επιδεινωθούν. Ωστόσο, θεωρεί μεγαλύτερο ερώτημα το αν μια τέτοια άνοδος μπορεί να διατηρηθεί για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Στο δυσμενέστερο σενάριό της, οι τιμές διαμορφώνονται κατά μέσο όρο στα 140 δολάρια για περίπου δύο μήνες, επίπεδο που – όπως υπογραμμίζει – γίνεται ιδιαίτερα επιζήμιο για την οικονομία.
Η BlackRock, από την πλευρά της, τονίζει ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή προκαλεί σοκ προσφοράς με επίκεντρο την ενέργεια, με διαφορετικές επιπτώσεις ανά περιοχή. Όπως επισημαίνει, η τιμολόγηση της αγοράς παραπέμπει σε διαταραχές που θα διαρκέσουν εβδομάδες και όχι απλώς ημέρες, προσθέτοντας νέο πληθωριστικό κίνδυνο σε ένα ήδη ευάλωτο παγκόσμιο περιβάλλον.
Στις αγορές, η εικόνα παραμένει εύθραυστη. Οι διεθνείς αναλυτές σημειώνουν ότι δεν έχουν ακόμη καταγραφεί τα ακραία επίπεδα που ιστορικά συνδέθηκαν με μαζικές κινήσεις αποστροφής ρίσκου, ενώ δεν έχει υπάρξει ακόμη και επιθετική μεταστροφή από τις κεντρικές τράπεζες. Παράλληλα, τα οικονομικά στοιχεία δεν εμφανίζουν μέχρι στιγμής σαφή σημάδια επιδείνωσης.
Ωστόσο, η Deutsche Bank προειδοποιεί ότι όσο οι αγορές προεξοφλούν μια πιο παρατεταμένη σύγκρουση, δεν μπορεί να αποκλειστεί επανάληψη ενός σκηνικού γενικευμένων πιέσεων σε ομόλογα και μετοχές, αντίστοιχου με εκείνο του 2022.
Παρά την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι εισροές κεφαλαίων προς τις αγορές μετοχών της περιοχής EEMEA συνεχίζονται, σύμφωνα με την Bank of America. Οι επενδυτές εξακολουθούν να διατηρούν θετική στάση απέναντι στις αναδυόμενες αγορές, ενώ οι ελληνικές μετοχές παραμένουν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, με έμφαση στις τράπεζες αλλά και σε blue chips όπως ο ΟΠΑΠ και η Metlen.
Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με τη BofA, δείχνει ότι οι επενδυτές αντιμετωπίζουν προς το παρόν την κρίση ως προσωρινό γεγονός, στηριζόμενοι και στο ιστορικό προηγούμενων εντάσεων με το Ιράν, οι οποίες δεν είχαν μακροπρόθεσμες συνέπειες για τις αγορές.