Οι κυπριακές τράπεζες εξακολουθούν να εργάζονται με το παραδοσιακό μοντέλο «δανείζω χρήματα και αναμένω να εισπράξω τόκους» και, παρά τις προσπάθειες για διαφοροποίηση των πηγών εισοδήματός τους, εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα καθαρά έσοδα από τόκους.

Αυτό ανέδειξαν και οι τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μέσα από τη 17η έκθεση Μεταπρογραμματικής Εποπτείας, στην οποία αναφέρεται ότι οι κυπριακές τράπεζες μπόρεσαν να διατηρήσουν τα υψηλά επίπεδα κερδοφορίας που πέτυχαν το προηγούμενο έτος λόγω των καθαρών εσόδων από τόκους.

Τα κέρδη του κυπριακού τραπεζικού τομέα το πρώτο εξάμηνο του 2024 ανήλθαν σε 603 εκατ. ευρώ, ελάχιστα μόνο κάτω από τα 608 εκατ. ευρώ του πρώτου εξαμήνου του 2023.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι παρά τις προσπάθειες διαφοροποίησης των εσόδων, οι τράπεζες εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα καθαρά έσοδα από τόκους. Αν και η κερδοφορία τους αναμένεται να μειωθεί, καθώς τα επιτόκια επιστρέφουν σταδιακά σε κανονικά επίπεδα, οι τράπεζες αναμένεται να διατηρήσουν σταθερά κέρδη, σημειώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Τα έσοδα από τόκους ανήλθαν σε 1.431 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2024, από 1.074 εκατ. ευρώ για την αντίστοιχη περίοδο το 2023 και προήλθαν τόσο από την πλεονάζουσα ρευστότητα των τραπεζών, που είχε τοποθετηθεί στην ΕΚΤ, όσο και από το γεγονός ότι τα επιτόκια καταθέσεων προς τους πελάτες ανέβηκαν με πολύ αργό ρυθμό.

Η παραχώρηση δανείων

Η δανειοδοτική δραστηριότητα των τραπεζών παρέμεινε σταθερή σε σχέση με το 2023, παρά το γεγονός ότι τα δανειστικά επιτόκια αυξήθηκαν. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2024, αναφέρει η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα καθαρά νέα δάνεια προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις ήταν αξίας 1.670 εκατ. ευρώ, έναντι 1.735 εκατ. ευρώ την ίδια περίοδο του 2023. Τα νέα δάνεια προς νοικοκυριά για αγορά κατοικίας, καταναλωτικά και λοιπά δάνεια, ανήλθαν σε 689 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 28 εκατ. ευρώ (ή 4,3%) σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2023. Τα νέα δάνεια προς τις επιχειρήσεις έφθασαν τα 981 εκατ. ευρώ έως τον Ιούνιο του 2024, 8,7% χαμηλότερα από το ποσό της ίδιας περιόδου του 2023.
Ωστόσο, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο ο δανεισμός προς τις επιχειρήσεις επιταχύνθηκε και ανήλθε σε 1.355 εκατ. ευρώ. Αυτό ανέστρεψε την προηγούμενη τάση και σημείωσε αύξηση 2,3% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2023.

Τα καταθετικά επιτόκια

Αναφέρεται ακόμη στην έκθεση ότι οι κυπριακές τράπεζες έχουν άφθονη ρευστότητα και επομένως λίγα κίνητρα για να αυξήσουν τα επιτόκια καταθέσεων και να προσελκύσουν πρόσθετες καταθέσεις. Το τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να απολαμβάνει έναν άνετο δείκτη κάλυψης ρευστότητας, που διαμορφώθηκε τον Ιούνιο του 2024 στο 332% και καθαρό σταθερό δείκτη χρηματοδότησης 184%. Και οι δύο δείκτες είναι σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ (161% και 130% αντίστοιχα).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ακόμη ότι τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα, εννοώντας τα μη συστημικά, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προκλήσεις για την επίλυση των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους. Οι τεχνοκράτες υποστηρίζουν ότι οι μη συστημικές τράπεζες φέρουν κατά μέσο όρο υψηλότερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων στον ισολογισμό τους από ό,τι εκείνες των μεγαλύτερων, συστημικών τραπεζών. Ο συνολικός δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων τους ανήλθε στο 21% το Ιούνιο του 2024, αμετάβλητος σε σχέση με τον Δεκέμβριο.

Οι μη συστημικές τράπεζες βασίζονται κυρίως σε οργανικά μέτρα για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, γεγονός που συνεπάγεται μια πιο παρατεταμένη διαδικασία εξυγίανσης που επιβαρύνει τις επιδόσεις τους. Οι επαναδιαπραγματεύσεις δανείων κορυφώθηκαν κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2023, όταν τα επιτόκια αυξήθηκαν ραγδαία και, όπως υποστηρίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο μέλλον θα υπάρχουν λιγότερες επαναδιαπραγματεύσεις.
Οι τεχνοκράτες της Κομισιόν υποστηρίζουν ακόμη ότι τόσο τα νοικοκυριά όσο και οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να παρουσιάζουν ισχυρή ικανότητα αποπληρωμής του χρέους, γεγονός που αμβλύνει τις ανησυχίες για επαναδιαπραγματεύσεις.