Τους λόγους για τους οποίους προκύπτει το πρόβλημα με την αύξηση του χρέους του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανέλυσε χθες ο πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου Μιχάλης Περσιάνης. Μιλώντας στη Επιτροπή Οικονομικών, στο πλαίσιο συζήτησης του προϋπολογισμού του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, ο πρόεδρος Μιχάλης Περσιάνης σημείωσε κατ’ αρχήν ότι το φαινόμενο, το Υπουργείο Οικονομικών να παίρνει τα λεφτά του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, συνέβαινε από την ίδρυση του Ταμείου.
«Δεν παραβιάζουμε κάποιο κανόνα», είπε, για να προσθέσει ωστόσο ότι το πρόβλημα που εντοπίζει το ΔΣΚ είναι δημοσιονομικό και όχι πρόβλημα του Ταμείου, όπως είπε. Αφού σημείωσε ότι ο ρυθμός αύξησης του χρέους είναι περίπου €1 δισ. τον χρόνο, εξήγησε ότι κοιτάζοντας τις αναλογιστικές μελέτες και εκτιμήσεις, χρειάζεται συγκεκριμένη απόδοση από τα πλεονάσματα του ΤΚΑ για να διατηρηθεί η βιωσιμότητα του.
«Το πιο σοβαρό είναι το ποιοτικό χαρακτηριστικό της δαπάνης», ανέφερε, σημειώνοντας ότι η κεντρική Κυβέρνηση είναι ελλειμματική για το 2026-2028. «Αυτό κρύβεται πίσω από τη χρηματοδότησή της από τις συντάξεις του κόσμου. Δεν υπάρχει κανένα κίνητρο σε κανέναν Υπουργό Οικονομικών για να πειθαρχήσει και να κρατήσει τις λειτουργικές και ανελαστικές δαπάνες για να βρει λύση στο πρόβλημα που διογκώνεται», σημείωσε. Επισήμανε ακόμη ότι αντί να γίνονται επενδύσεις, τα λεφτά ξοδεύονται σε «πράγματα που δεν παράγουν. Στερείται από την κοινωνία δημιουργικό όφελος», κατέληξε.
Επενδύσεις και κοινωνία
Πέραν των πιο πάνω, ο κ. Περσιάνης τόνισε ότι είναι κρίσιμη η οργανική διασύνδεση των ξένων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο με την κυπριακή οικονομία και κοινωνία, προκειμένου να παραμείνουν στην Κύπρο τα οφέλη από τις επενδύσεις, αλλά και να μειωθεί ο υπαρκτός κίνδυνος σοβαρής εκροής των επενδύσεων. Συγκεκριμένα, απαντώντας σε ερώτηση του βουλευτή του ΑΚΕΛ, Ανδρέα Καυκαλιά, για την κατανομή της ανάπτυξης, ο κ. Περσιάνης είπε ότι «διακρίνουμε ότι ο ρυθμός ανάπτυξης και οι εξαγωγές καθοδηγούνται από εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, που είναι σχεδόν αποκλειστικά αλλοδαπώς ελεγχόμενες», είπε. Σημείωσε δε, ότι στη βάση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος, η αύξηση του ποσοστού των μισθών «δεν είναι καθόλου ικανοποιητική», αφού από το 2018 μέχρι το 2023 η αύξηση ανερχόταν στο 1,7%, και όχι στο 3,7% που φαίνεται με βάση το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. «Αυτή η αύξηση των μισθών είναι πολύ χαμηλότερη από ότι φαίνεται και κατανέμεται με μεγαλύτερη ανισότητα», είπε.
Όπως εξήγησε, αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι δεν υπάρχει στρατηγική διαχείριση των άμεσων ξένων επενδύσεων. «Η λύση είναι η οργανική διασύνδεση των επιχειρήσεων με την κυπριακή οικονομία», είπε, σημειώνοντας ότι αυτό το μοντέλο ακολούθησε επιτυχώς η Ιρλανδία.