Η ενεργειακή φτώχεια στην Κύπρο δεν αποτελεί πλέον μια αφηρημένη κοινωνική έννοια ή ένα τεχνικό ζήτημα που μπορεί να παραμένει σε δεύτερο πλάνο. Έχει ήδη μετατραπεί σε ένα πρόβλημα με πραγματικές, επώδυνες και, δυστυχώς, σε ορισμένες περιπτώσεις τραγικές συνέπειες.

Το τελευταίο διάστημα, περιστατικά που συνδέονται με ακατάλληλες ή επικίνδυνες μορφές θέρμανσης, υπενθύμισαν με τον πιο σκληρό τρόπο ότι, όταν η Πολιτεία δεν φτάνει αποτελεσματικά στους πιο ευάλωτους, το τίμημα μπορεί να είναι πολύ βαρύ.

Στις 15 Μαρτίου 2026, στην Πάφο, ένας 44χρονος άνδρας εντοπίστηκε νεκρός σε υπόγειο χώρο όπου διέμενε, ενώ στον ίδιο χώρο βρέθηκε δοχείο με αναμμένα κάρβουνα που φαίνεται να είχαν χρησιμοποιηθεί για θέρμανση.

Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που το ζήτημα αναδεικνύεται με δραματικό τρόπο. Ήδη από πέρσι, το ΕΤΕΚ είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, συνδέοντας την ασφαλή διαβίωση των πολιτών με σειρά παρεμβάσεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, και την ενεργειακή φτώχεια. Σε δημόσια παρέμβασή του, το Επιμελητήριο είχε επισημάνει πως η Πολιτεία πρέπει να αναγνωρίσει ότι σε αρκετά νοικοκυριά η ενεργειακή φτώχεια είναι πραγματικότητα και να δράσει αναλόγως, όχι μόνο για λόγους θερμικής άνεσης, αλλά και για λόγους ασφάλειας.

Σήμερα, με το κόστος της ενέργειας να συνεχίζει να πιέζει τα νοικοκυριά και με τις ευρύτερες δυσκολίες στην αγορά ηλεκτρισμού να μην αφήνουν περιθώρια για άμεσες, οριζόντιες και θεαματικές μειώσεις, η συζήτηση οφείλει να γίνει πιο συγκεκριμένη. Και ακριβώς εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η πρόταση που το ΕΤΕΚ έθεσε ενώπιον του νέου Υπουργού Ενέργειας, καταγράφοντας μια πιο στοχευμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Η βασική φιλοσοφία της πρότασης είναι απλή, αλλά ουσιαστική: η πεπατημένη των γενικών σχεδίων χορηγιών, ακόμη και όταν συνοδεύονται από αυξημένα ποσοστά επιδότησης, δεν αρκεί για μια συγκεκριμένη κατηγορία συμπολιτών μας. Και αυτό γιατί αρκετά δυσπραγούντα νοικοκυριά, πέρα από την οικονομική πίεση, έχουν εκ των πραγμάτων περιορισμένη διαχειριστική ικανότητα, ελάχιστους πόρους και αντικειμενική αδυναμία να ανταποκριθούν ακόμη και στις απαιτήσεις ενός γενναιόδωρου σχεδίου. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν υπάρχει επιδότηση. Είναι αν ο δικαιούχος μπορεί πράγματι να την αξιοποιήσει.

Η θέση του ΕΤΕΚ είναι ότι, για τις πιο ευάλωτες ομάδες, το κράτος πρέπει να αναλάβει πιο ενεργό και άμεσο ρόλο. Όχι απλώς να προκηρύσσει σχέδια και να αναμένει αιτήσεις, αλλά να οργανώσει μια στοχευμένη δημόσια παρέμβαση σε συνεργασία με το Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, ώστε η ίδια η Πολιτεία να εφαρμόζει μέτρα καταπολέμησης της ενεργειακής φτώχειας εκεί όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη.

Πρόκειται για μια προσέγγιση που έχει λογική, ρεαλισμό και κοινωνικό πρόσημο. Το ΕΤΕΚ εισηγείται, σε πρώτο στάδιο, μέτρα χαμηλού κόστους και σχετικά περιορισμένου διαχειριστικού βάρους, αλλά με υψηλό θετικό αντίκτυπο. Δηλαδή, καταγραφή, αξιολόγηση και ιεράρχηση των ευάλωτων νοικοκυριών και, στη συνέχεια, μέσω κεντρικής οργάνωσης, όπως θα μπορούσαν να είναι κεντρικές αγορές από το κράτος, αντικατάσταση παλαιών ενεργοβόρων ψυγείων και κινητών συσκευών θέρμανσης, με σαφή συνυπολογισμό και των ζητημάτων ασφάλειας.

Αυτή η πρόταση δεν εμφανίζεται ως πανάκεια, ούτε ως μια λύση που θα εξαλείψει από μόνη της όλα τα τραγικά περιστατικά που συνδέονται με την ενεργειακή φτώχεια. Ούτε μπορεί να λύσει το θέμα της ενεργειακής ακρίβειας. Κανείς σοβαρός δεν μπορεί να το ισχυριστεί αυτό. Μπορεί όμως να αποτελέσει μια ορθολογική προσπάθεια προς τη σωστή κατεύθυνση. Και στην παρούσα συγκυρία, αυτό ακριβώς χρειάζεται: πρακτικές, εφαρμόσιμες και στοχευμένες παρεμβάσεις αντί γενικών διακηρύξεων.

Διότι, όταν ένας άνθρωπος καταφεύγει σε κάρβουνα για να ζεσταθεί σε κλειστό χώρο ή όταν οικογένειες χρησιμοποιούν ακατάλληλες συσκευές θέρμανσης επειδή δεν έχουν άλλη επιλογή, τότε το θέμα δεν είναι μόνο ενεργειακό. Είναι βαθιά κοινωνικό, υγειονομικό και, τελικά, ζήτημα προστασίας της ανθρώπινης ζωής. Το πρόσφατο περιστατικό στην Πάφο υπογράμμισε ακριβώς αυτόν τον κίνδυνο.

Η Πολιτεία ασφαλώς δεν μπορεί να λύσει άμεσα όλα τα διαρθρωτικά προβλήματα της ενεργειακής αγοράς. Μπορεί, όμως, να δει επισταμένα προτάσεις όπως αυτή του ΕΤΕΚ, οι οποίες εστιάζουν εκεί όπου η ανάγκη είναι πιο πιεστική και το όφελος πιο άμεσο.

Σε μια περίοδο όπου οι γενικές λύσεις αποδεικνύονται συχνά ανεπαρκείς, ίσως η απάντηση να βρίσκεται ακριβώς σε πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, με ανθρώπινο πρόσωπο και πρακτικό αποτέλεσμα.
Και αυτή είναι μια συζήτηση που δεν επιτρέπεται να μείνει άλλο στα χαρτιά.

INS