Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, αλλά και η επίθεση με drone στις Βρετανικές Βάσεις, διαμόρφωσαν μια πρωτόγνωρη εικόνα στην Κύπρο, η οποία βρέθηκε, άθελά της, σε έναν κυκλώνα γεωπολιτικών εξελίξεων και αναταράξεων, που άγγιξαν και εξακολουθούν να αγγίζουν έναν από τους σημαντικότερους πνεύμονες της οικονομίας.
Όπως μεταφέρεται από τον τουριστικό τομέα, οι επιπτώσεις από την αστάθεια στην περιοχή έχουν ήδη διαφανεί στην Κύπρο. Ήδη αριθμός κρατήσεων για τον Μάρτιο και τον Απρίλιο έχει ακυρωθεί, ενώ μέχρι στιγμής τα σημάδια δεν δείχνουν σοβαρή ανάκαμψη για την καλοκαιρινή σεζόν.
Πλέον, οι Κύπριοι ξενοδόχοι βρίσκονται μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα: Να μειώσουν τις τιμές, με την ελπίδα ότι θα προσελκύσουν περισσότερους τουρίστες, ή να δουν τα ξενοδοχεία τους μισοάδεια, απορροφώντας μεγαλύτερες ζημιές;
Η εξίσωση δεν είναι απλή
Όπως είναι εύκολα κατανοητό, στην Κύπρο, όπως και σε όλο τον κόσμο, υπάρχουν ξενοδοχεία διαφορετικών κατηγοριών και επιπέδων πολυτέλειας. Για τους επιχειρηματίες και τους ομίλους που διατηρούν μικρότερα ξενοδοχεία μπορούν να γίνουν κάποιες μειώσεις στις τιμές.
Ωστόσο, αυτό φαίνεται πως δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα πολυτελή ξενοδοχεία. Ο λόγος, σύμφωνα με τους επαγγελματίες του τομέα, είναι απλός: Οι τουρίστες που είναι πρόθυμοι και μπορούν να πληρώσουν 700-800 ευρώ ή και κάποιες χιλιάδες ευρώ για μια διανυκτέρευση, εμφανίζονται διστακτικοί, όχι λόγω πληθωρισμού και ακρίβειας, αλλά για λόγους ασφαλείας.
Επίσης, η μείωση τιμών δεν σημαίνει ούτε μείωση στον τρόπο ούτε στην ποιότητα εξυπηρέτησης και υπηρεσιών που προσφέρουν τα ξενοδοχεία, άρα τα λειτουργικά έξοδα θα παραμένουν υψηλά, και τα έσοδα θα παραμένουν χαμηλά. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε ίσως να βοηθήσει στον μετριασμό των επιπτώσεων, για κάποιες περιπτώσεις, αλλά σίγουρα δεν θα έλυνε το πρόβλημα.
Τη δεδομένη στιγμή, σύμφωνα πάντα με τους επαγγελματίες του κλάδου, οι ξενοδόχοι λειτουργούν με ζημιά. Αυτό έχει γίνει ήδη αντιληπτό σε όσα ξενοδοχεία λειτουργούν από τον Μάρτιο, ενώ η πίεση αναμένεται να αγγίξει όλο και περισσότερα ξενοδοχεία με την πάροδο του χρόνου, εάν φυσικά δεν σημειωθεί κάποια σοβαρή ανάκαμψη.
Οι λόγοι ασφαλείας που «επικαλούνται» οι τουρίστες δεν έχουν να κάνουν μόνο με την Κύπρο ή με φόβους για ένα κτύπημα, αλλά και με ένα γενικότερο κλίμα που αφορά τις αερομεταφορές. Ειδικότερα, οι δηλώσεις για ελλείψεις καυσίμων στις αερομεταφορές ενισχύουν το πρόβλημα, αφού, όπως χαρακτηριστικά μεταφέρθηκε στον «Φ», αρκετοί τουρίστες εμφανίζονται διστακτικοί και προβληματισμένοι για διακοπές σε ένα νησί, υπό τον φόβο ότι μπορεί να προκύψει οποιοδήποτε πρόβλημα με τις αερομεταφορές και την έλλειψη καυσίμων.
Σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν οι ταξιδιωτικές οδηγίες που εκδίδουν διάφορες χώρες, αλλά και η αύξηση των τιμών των αεροπορικών εισιτηρίων.
Δεν είναι μόνο ένα το πρόβλημα
Επαγγελματίες στον τομέα του τουρισμού που μίλησαν στον «Φ» επεξήγησαν πως το πρόβλημα δεν εντοπίζεται σε ένα μόνο σημείο, αλλά προκύπτει μέσα από ένα κοκτέιλ παραγόντων. Ο πληθωρισμός, η ακρίβεια, η αύξηση των αεροπορικών εισιτηρίων, η κρίση στη Μέση Ανατολή, αλλά και λόγοι ασφαλείας, δημιούργησαν μια τέλεια καταιγίδα για τον τουρισμό.
Σύμφωνα με τους ξενοδόχους, ήδη δουλεύουν με ζημιά και ανέμεναν την καλοκαιρινή σεζόν για να ανακάμψουν. Ωστόσο, μέχρι στιγμής τα σημάδια δεν είναι ενθαρρυντικά. Από την άλλη, ούτε ο εγχώριος τουρισμός μπορεί να δώσει λύσεις, αφού, βάσει αναλύσεων, αντιστοιχεί μόνο στο 7% της πληρότητας των ξενοδοχείων.
Πέραν των άμεσων ακυρώσεων, η ανησυχία στον κλάδο εστιάζεται και στη γενικότερη ψυχολογία των ταξιδιωτών, καθώς η εικόνα αβεβαιότητας επηρεάζει τον προγραμματισμό των διακοπών και τις αποφάσεις για νέες κρατήσεις. Οι επαγγελματίες του τουρισμού εκτιμούν ότι, ακόμη και αν η κατάσταση αποκλιμακωθεί, θα χρειαστεί χρόνος ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στις βασικές αγορές από τις οποίες αντλεί τουρίστες η Κύπρος.
Την ίδια ώρα, οι ξενοδόχοι καλούνται να διαχειριστούν αυξημένα λειτουργικά κόστη, από την ενέργεια και τις πρώτες ύλες μέχρι τη μισθοδοσία, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα μπορέσουν να καλύψουν τις απώλειες μέσω υψηλότερης πληρότητας. Υπό αυτά τα δεδομένα, ο κλάδος αναμένει πιο στοχευμένες κινήσεις προβολής της Κύπρου ως ασφαλούς προορισμού, αλλά και πρακτικά μέτρα στήριξης, εφόσον η πίεση συνεχιστεί τους επόμενους μήνες.