Επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 2,6% το 2026, προβλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο λόγω των υψηλότερων τιμών ενέργειας, την προσωρινή υποχώρηση του τουρισμού και την κυκλική επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, σύμφωνα με την έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο πλαίσιο της διαβούλευσης του Άρθρου IV για την Κύπρο.
Τα τελευταία χρόνια, η οικονομία έχει αντέξει σε ένα ασταθές εξωτερικό περιβάλλον, υποστηριζόμενη από την ανάπτυξη από τον τουρισμό και τις ΤΠΕ. Παρά τη θετική πορεία των τελευταίων ετών, το ΔΝΤ εκτιμά ότι η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί στο 2,6% το 2026 και προβλέπει επάνοδο του ρυθμού ανάπτυξης στο 3% από το 2027.
Η πρόσφατη αύξηση των τιμών του πετρελαίου που σχετίζεται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή θα οδηγήσει σε υψηλότερο πληθωρισμό, ο οποίος αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3,5% το 2026 και να επιβραδυνθεί κάτω από το 2% το 2027, καθώς οι τιμές του πετρελαίου θα ομαλοποιηθούν. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου του 2026, η ανάπτυξη φέτος θα μετριαστεί στο 2,6% λόγω των υψηλότερων τιμών ενέργειας, μιας προσωρινής μείωσης του τουρισμού και κάποιας κυκλικής επιβράδυνσης.
Η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης θα επιβραδυνθεί καθώς η επέκταση των μισθών και της απασχόλησης θα επιβραδυνθεί. Αυτό θα πρέπει να αντισταθμιστεί εν μέρει από την ισχυρότερη αύξηση των επενδύσεων λόγω της βελτίωσης των βασικών μεγεθών της χώρας και, μακροπρόθεσμα, από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ιδίως στον τομέα της ενέργειας.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Ταμείου, το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται τα επόμενα χρόνια, υποχωρώντας στο 50,5% του ΑΕΠ το 2026, στο 46,2% το 2027 και στο 42,2% το 2028. Μακροπρόθεσμα προβλέπεται να περιοριστεί στο 32,4% του ΑΕΠ έως το 2031. Το δημόσιο χρέος μειώθηκε πάνω από 110% του ΑΕΠ το 2014 και κάτω από 60% το 2025. Στην Ευρώπη, αναφέρει το ΔΝΤ, μόνο η Ιρλανδία παρουσίασε τόσο μεγάλη μείωση του δημόσιου χρέους. Η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ενίσχυση της οικονομικής σταθερότητας και της εμπιστοσύνης των επενδυτών, όπως αντικατοπτρίζεται στη σταδιακή βελτίωση των αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας και στη μείωση των spreads στα επίπεδα πριν από την κρίση.
Οι κίνδυνοι, αναφέρεται, κλίνουν προς τα κάτω, ιδίως από έναν πιο παρατεταμένο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, τις αυστηρότερες παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές συνθήκες και την ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση. Οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές είναι πιο ισορροπημένες, υποστηριζόμενες από ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη και τη δυναμική των μεταρρυθμίσεων.
Ο τραπεζικός τομέας αναφέρουν οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ, είναι καλά κεφαλαιοποιημένος και έχει υψηλή ρευστότητα. Η φερεγγυότητα είναι υψηλή, οι δείκτες ρευστότητας υψηλοί και τα κέρδη ισχυρά, αν και έχουν μειωθεί με την πτώση των επιτοκίων. Υπογραμμίζουν την ανάγκη διατήρησης ενός αποτελεσματικού πλαισίου εκποιήσεων, ενίσχυσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας και βελτίωσης της αποτελεσματικότητας της δικαιοσύνης, ώστε να διευκολυνθεί η επίλυση προβληματικών στοιχείων ενεργητικού και να ενισχυθεί η χρηματοδότηση της οικονομίας.