Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημέρωσε χθες επίσημα ότι κίνησε σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις διαδικασία επί παραβάσει εναντίον της Κύπρου, για την αδυναμία ή καθυστέρηση της χώρας να συμμορφωθεί με οδηγίες ή κανονισμούς που σχετίζονται με την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος, την ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών με την ΕΕ και κράτη μέλη αλλά και για τη μη παροχή στοιχείων τραπεζικών συναλλαγών στον OLAF (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης).

Από την Κομισιόν στάλθηκαν δύο προειδοποιητικές επιστολές και μία αιτιολογημένη γνώμη, κάτι που σημαίνει πως η Δημοκρατία καλείται τώρα να πείσει τις Βρυξέλλες ότι είναι έτοιμη να τροποποιήσει, εντός χρονοδιαγραμμάτων, τη νομοθεσία για να συμμορφωθεί πλήρως και στις τρεις περιπτώσεις απόκλισης από το ενωσιακό κεκτημένο.

Πού βρήκαν πρόβλημα

Ειδικότερα, οι παρατηρήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αφορούν τα ακόλουθα:

  1. Ελλιπή εφαρμογή Οδηγίας για καταπολέμηση ξεπλύματος χρήματος. Η Κομισιόν απέστειλε προειδοποιητική επιστολή λόγω της μη ορθής ενσωμάτωσης ορισμένων διατάξεων της Οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
    Η Κύπρος περιλαμβάνεται, μαζί με τη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Σλοβενία, στα κράτη μέλη που, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν έχουν μεταφέρει ορθά στο εθνικό τους δίκαιο βασικές διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/1673, ιδίως όσον αφορά τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τις προβλεπόμενες κυρώσεις και τις επιβαρυντικές περιστάσεις που συνεπάγονται αυστηρότερες ποινές. Η Οδηγία θεσπίζει κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον ορισμό των αδικημάτων και των κυρώσεων που σχετίζονται με το ξέπλυμα χρήματος, ενισχύοντας παράλληλα την αστυνομική και δικαστική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και αποτρέποντας την εκμετάλλευση διαφορών μεταξύ των εθνικών νομικών συστημάτων από εγκληματικές οργανώσεις. Όπως επισημαίνεται από την Κομισιόν, εκ των βασικών καινοτομιών της Οδηγίας είναι η δυνατότητα δίωξης για ξέπλυμα χρήματος ακόμη και χωρίς προηγούμενη καταδίκη για το βασικό αδίκημα από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, καθώς και η δυνατότητα δίωξης προσώπων που νομιμοποιούν έσοδα από δικές τους εγκληματικές δραστηριότητες, γνωστό και ως self-laundering.
  2. Ελλιπής εφαρμογή κανόνων ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέστειλε στην κυπριακή Κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη, λόγω της μη πλήρους ενσωμάτωσης της οδηγίας σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών.
    Μαζί με το Βέλγιο και τη Βουλγαρία, η Κύπρος δεν έχει ακόμη θεσπίσει ή κοινοποιήσει στην Κομισιόν όλα τα αναγκαία εθνικά μέτρα για την εφαρμογή της οδηγίας, η οποία τροποποιεί το υφιστάμενο πλαίσιο διοικητικής συνεργασίας στον φορολογικό τομέα, οδηγώντας την Κομισιόν στο να προχωρήσει τη διαδικασία και στα τρία κράτη μέλη.
    Η οδηγία (ΕΕ) 2025/872 προβλέπει την τυποποίηση της συλλογής της δήλωσης πληροφοριών για τον συμπληρωματικό φόρο (top-up tax information return) και την αυτόματη ανταλλαγή των σχετικών στοιχείων μεταξύ των φορολογικών αρχών των κρατών μελών. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί μέρος της εφαρμογής της οδηγίας για τον παγκόσμιο ελάχιστο φορολογικό συντελεστή για πολυεθνικούς ομίλους και μεγάλες εγχώριες επιχειρήσεις.
  3. Μη παροχή στοιχείων τραπεζικών συναλλαγών στον OLAF. Διαπιστώθηκε ότι η Κύπρος δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις σχετικά με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), καθώς η κυπριακή νομοθεσία δεν επιτρέπει στην υπηρεσία να λαμβάνει τραπεζικά στοιχεία στο πλαίσιο ερευνών για υποψία διάπραξης ποινικού αδικήματος.
    Η υποχρέωση αυτή προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3α του κανονισμού, το οποίο προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2020, προκειμένου να ενισχυθεί η συνεργασία των κρατών-μελών με την OLAF για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από την πλευρά της, η Κομισιόν εκτιμά ότι η ισχύουσα κυπριακή νομοθεσία βρίσκεται σε σύγκρουση με το ενωσιακό δίκαιο και περιορίζει σημαντικά την αποτελεσματικότητα των διοικητικών ερευνών της OLAF.
    Η Κύπρος έχει προθεσμία δύο μηνών να υποβάλει τις παρατηρήσεις της και να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις που επισημαίνει η Επιτροπή.