Όπως ο Γιώργος Λάνθιμος επέλεξε τον τίτλο «Τhe killing of a sacred deer» με την πρόθεση να ξεκαθαρίσει τη σύνδεση της αρχικής ιδέας της ταινίας του με τον αρχαιοελληνικό μύθο της Ιφιγένειας, επιλέγω τον συγκεκριμένο τίτλο από τη σκηνή που η επιτυχημένη οφθαλμίατρος (Νικόλ Κίντμαν) προτείνει στον μεγαλογιατρό σύζυγό της (Κόλιν Φάρελ) να υποδυθεί την αγαπημένη του ερωτική φαντασίωση. Είναι η τομή, κατά τη γνώμη μου, στο σενάριο που η (κατ’ επίφαση) ιδανική, μεγαλοπιασμένη μεσοαστική οικογένεια τραβά σαρκαστικά το πέπλο αποκαλύπτοντας τις αντιφάσεις, τους παραλογισμούς και την υποκρισία της.
Σύμφωνα με τον μύθο, ο Αγαμέμνων προκάλεσε τη μήνιν της θεάς Άρτεμης όταν σκότωσε το ιερό ελάφι της. Η θεά για να τον εκδικηθεί, τον υποχρέωσε να θυσιάσει τη θυγατέρα του. Παρόμοιο δίλημμα αντιμετωπίζει και ο πρωταγωνιστής της ταινίας, ο καρδιοθωρακοχειρουργός Στίβεν Μέρφι με τη διαφορά ότι αυτός έχει τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ των μελών της οικογένειάς του. Κάπου εκεί ο Ευριπίδης, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής συναντούν τον Στίβεν Κινγκ και ο Λάνθιμος, που όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει auter, επιχειρεί να συναντήσει το πνεύμα του Κιούμπρικ από τη «Λάμψη» (κυρίως, αλλά όχι μόνο), του Παζολίνι από το «Θεώρημα», του Χάνεκε από το «Funny Games», ενώ κλείνει πάντα το μάτι στο αμφίσημο σύμπαν του Ντέιβιντ Λιντς.
Κάπου εδώ, όσοι δεν είδατε την ταινία αρχίζετε να σχηματίζετε την εντύπωση ότι στο «Θάνατο του Ιερού Ελαφιού» θα ζήσετε ένα Γολγοθά αφηγηματικών ασαφειών, ότι ενδέχεται να χαθείτε σε πολυδαίδαλους, κρυπτογραφημένους συμβολισμούς και στο τέλος θα θρηνήσετε χρόνο και χρήμα. Ομολογώ ότι κι εγώ με την ίδια υποψία εισήλθα στο Πάνθεον, το καλοδεχούμενο νέο arthouse σινεμά της Λευκωσίας, για να την παρακολουθήσω. Αυτή η αγωνία, ωστόσο, έρχεται παραδόξως και κουμπώνει με τη βλοσυρή και λοξή ψυχολογική ένταση που προκαλεί η ταινία από το πρώτο μέχρι το τελευταίο πλάνο, καθώς εναλλάσσεται μεταξύ μαύρης κωμωδίας, ψυχολογικού θρίλερ και οικογενειακού δράματος.
Εκτός από την ανατριχιαστική μουσική του Γκιέργι Λινγκέτι, τονίζει τον εσωστρεφή και κλειστοφοβικό αστικό εφιάλτη η ευρυγώνια φωτογραφία του Θύμιου Μπακατάκη, με την κάμερα να περιστρέφεται γύρω από τους ηθοποιούς σαν να τους έχει υπό επιτήρηση. Η απόκοσμη αίσθηση αντιβαίνει αρμονικά με την απαρασάλευτη φυσική τάξη, καθώς η υπόγεια απειλή εντείνεται γεωμετρικά μέχρι να απελευθερωθεί.
Ναι, όπως συμβαίνει πάντα με τον Λάνθιμο, εξέρχεσαι από την αίθουσα με περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα εισήλθες. Ναι, το αίνιγμα παραμένει πεισματικά ερμητικό έως το τέλος, όπως ενδεχομένως παραμένει στο μυαλό του ίδιου του σκηνοθέτη και του συν-σεναριογράφου Ευθύμη Φιλίππου. Ναι, η εμμονή στη φόρμα και τη μανιέρα είναι εξόφθαλμη. Εντούτοις, μιλάμε για την πιο αφηγηματικά προσβάσιμη, την πιο συμβατική ταινία του Έλληνα σκηνοθέτη. Κάποιο ρόλο ίσως παίζει σ’ αυτό το γεγονός ότι για πρώτη φορά κάνει γυρίσματα στις ΗΠΑ (Σινσινάτι).
Να ξεκαθαρίσω εδώ ότι δεν θεωρώ καθόλου τυχαία και υπερεκτιμημένη την περίπτωση Λάνθιμου, τη διεθνή πορεία και τις διακρίσεις του. Από εκεί και πέρα, θεωρώ το σινεμά του βαθύτατα αυτοαναφορικό και συνεπώς είναι από το είδος που δυσκολεύεται να φτάσει στο ευρύ κοινό. Ακόμη και το πυκνό μούσι του πρωταγωνιστή παραπέμπει στον ίδιο τον δημιουργό, ενώ κάθε ατάκα, κάθε καρέ, όλα δείχνουν ν’ αναφέρονται στην τεχνική, τα εκφραστικά μέσα και τις ιδέες του. Όποιες κι αν ήταν, όμως, οι αρχικές προθέσεις του, όποιες αλήθειες, θέσεις ή κηρύγματα είχε στο μυαλό του, η ταινία ευτυχώς αυτονομείται και τουλάχιστον για τον θεατή γίνεται μια προσχηματική «ars gratia artis».
Ο κινηματογράφος του παραλόγου, η «επιθετική» όσο και αμφίλογη σκηνοθεσία που πολιορκεί το υποσυνείδητο, θολώνει τα νερά, αλλά κερδίζει το ενδιαφέρον του θεατή. Με το ίδιο ενδιαφέρον αναζητεί ο δημιουργός στην ασφάλεια του αρχέτυπου, τον πολιτικό πυρήνα της ταινίας του σαν την ανοιχτή καρδιά που πάλλεται στην πρώτη σκηνή της ταινίας.
* Οι προβολές του «Τhe Killing of a Sacred Deer» συνεχίζονται καθημερινά στις 8.30μ.μ. στο Θέατρο Πάνθεον.