Μια σκέψη για το θεατρικό-ντοκουμέντο « Oι Γυναίκες Επιστρέφουν» της θεατρικής ομάδας Project ΣΕΖΟΝ Γυναίκες
Στην Κύπρο, η σχέση της ιστορικής αφήγησης με το θέατρο δεν είναι άγνωστη. Καλλιεργήθηκε όμως περιστασιακά από ολιγοπρόβλητες ομάδες, προερχόμενες κυρίως από το χώρο του πειραματικού θεάτρου και όχι από το χώρο των ιστορικών. Αυτό ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι η κυπριακή ιστοριογραφία δεν είδε στη μελέτη του παρελθόντος την ευκαιρία να απελευθερώσει άτομα και ομάδες από τις βεβαιότητες τους, παρά μόνο την ευκαιρία να τις επαληθεύσει.
Στην πραγματικότητα ελάχιστα στοχάστηκε την πολυπρισματική φύση του ίδιου του επιστημονικού της αντικειμένου. Άλλωστε, ιστοριογραφία, δεν είναι μόνο το σύνολο της δημοσιευμένης ιστορικής έρευνας, αλλά και το σύνολο των κειμένων που αφορούν στον τρόπο που στοχάζεται η ιστορικός το ίδιο το επάγγελμά της, τις μεθόδους που ακολουθεί για να δημιουργήσει καινούρια γνώση.
Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, λοιπόν, η κυπριακή ιστοριογραφία έμεινε πεισματικά αγκιστρωμένη στην ιδέα ότι ιστορία είναι τα έργα και ημέρες των ηρώων και των μεγάλων ανδρών, όσων δηλαδή, από αρχαιοτάτων χρόνων, έζησαν για να εκπληρώνουν εθνικά οράματα και πόθους. Αυτή η αντίληψη συμφυρόταν αδιακρίτως με την κάπως πιο εκλεπτυσμένη αλλά εξίσου προβληματική ιδέα, που ήθελε την ιστορική αφήγηση να ταυτίζεται με την πολιτικοκοινωνιολογική αποτίμηση της δράσης δημοσίων προσώπων τα οποία καθόρισαν (;) και την εξέλιξη των πολιτειακών θεσμών της σύγχρονης Κύπρου. Αυτό οδήγησε σε μονοσήμαντες αναγωγές, κυρίως από όσους ιστορικούς, πολιτικούς επιστήμονες, κοινωνιολόγους, θεώρησαν ότι η ιστορία θα μπορούσε να στηρίξει τις προκατασκευασμένες πολιτικοϊδεολογικές τους αντιλήψεις και ιδεοληψίες – οι εξαιρέσεις είναι πράγματι ελάχιστες –.
Επιπλέον, δεν έφτανε αυτό. Η ισχνή όσο και δύσμοιρη κυπριακή ιστοριογραφία, βρέθηκε στο επίκεντρο της προσπάθειας συγκρότησης τοπικών και υπερτοπικών ταυτοτήτων (ελληνικής, κυπριακής, και εσχάτως και ευρωπαϊκής) και ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν δηλαδή η ιστορία μπαίνει στην κλίνη του Προκρούστη, τα αποτελέσματα είναι αυτά που είναι, δηλαδή κωμικοτραγικά. Τα ολιγάριθμα αλλά σημαντικά επιτεύγματα της κυπριακής ιστοριογραφίας σε ακαδημαϊκό επίπεδο, έμειναν και παραμένουν φυσικά στην αφάνεια. Αυτό δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει. Αυτές είναι οι ευδοκιμούσες τάσεις της ιστοριογραφίας σε μια κοινωνία, που δεν είχε – και δεν έχει – απογαλακτιστεί από τις πατριαρχικές, προαστικές της δομές, νοοτροπίες και αξίες, ή που εναγωνίως αναζητά – ματαίως; – την έξωθεν καλή μαρτυρία.
Είναι αυτές τις δημόσιες – και όχι μόνο – χρήσεις της ιστορίας που μοιάζει να θέτει υπό αμφισβήτηση, το θεατρικό-ντοκουμέντο «Οι Γυναίκες Επιστρέφουν», το οποίο εστιάζει στις αντικατοχικές πορείες που πραγματοποίησε η κίνηση «Οι Γυναίκες Επιστρέφουν» (1975-1989). Καταρχάς, η ίδια η παρουσίαση του γεγονότος – ως γεγονός εδώ θα μπορούσαμε να ορίσουμε τις αντικατοχικές πορείες που οργάνωσε ένα αυτό-οργανωμένο γυναικείο κίνημα, το οποίο μάλιστα διέτρεχε λίγο ή πολύ οριζόντια την κυπριακή κοινωνία – έρχεται προφανέστατα σε ρήξη με τη συχνά απλοϊκή όσο και ρομαντική αντίληψη που θέλει την ιστορική αφήγηση να είναι μια συρραφή γεγονότων με στόχο αυτά να κατανοηθούν, «έτσι ακριβώς όπως έγιναν».
Δεν επιχειρείται δηλαδή η χρονολογική αφήγηση των δράσεων του κινήματος. Αντ’αυτού, επιχειρείται μια εγκάρσια τομή στο συμβάν, το οποίο μοιάζει ακινητοποιημένο στο χρόνο. Άλλωστε ένα τέτοιο γεγονός, που σχετίζεται μάλιστα με τη δράση ενός ετερόκλητου κινήματος, λειτουργεί συχνά όπως οι απρόσμενες σεισμικές δονήσεις που φανερώνουν όσα παρέμειναν θαμμένα κάτω από τα πόδια των ανθρώπων.
Στην ιστορική επιστήμη, αυτή η προσέγγιση προσφέρει τη δυνατότητα μελέτης και ανάλυσης των μορφολογικών και δομικών στοιχείων μιας κοινωνίας. Προσφέρει ανέλπιστα την ευκαιρία, σε μια κρίσιμη κοινωνικά και πολιτικά στιγμή, να επιχειρηθεί μια καλεϊδοσκοπική καταγραφή των κοινωνικών διαστρωματώσεων, των πολλαπλών και πολύμορφων δράσεων, απόψεων, αντιλήψεων, προθέσεων, οραμάτων και αγωνιών των ιστορικών υποκειμένων. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει να υπάρχει ιστορική σκέψη και αυτό σημαίνει να αναζητηθούν οι απαντήσεις, όχι σε προκατασκευασμένες θεωρίες, αλλά στα τεκμήρια που συναποτελούν το συμβάν.
Αυτά τα τεκμήρια, τα οποία είναι πρωτίστως οι μαρτυρίες των γυναικών που συμμετείχαν στις πορείες, δεν αποτελούν στείρα περιγραφή του συμβάντος. Αποτελούν κυρίως μαρτυρία για το πώς τα λιγότερο προβεβλημένα ιστορικά υποκείμενα της κυπριακής ιστορίας, δηλαδή οι γυναίκες, ανέγνωσαν σε μια δεδομένη στιγμή τη θέση τους μέσα στην κυπριακή κοινωνία. Για παράδειγμα, επειδή ακριβώς πρόθεση των συντελεστών του θεατρικού-ντοκουμέντου δεν είναι ούτε η μυθοποίηση του συμβάντος ούτε και η μνημοποιήσή του, αλλά η ανατομία του, οι μαρτυρίες των γυναικών ξεγύμνωναν αργά και βασανιστικά – εκτός των άλλων – τις εμφανείς αλλά ακόμη προκλητικά ανομολόγητες πατερναλιστικές, πατριαρχικές δομές της κυπριακής κοινωνίας.
Αυτές οι πνιγηρές δομές ελάχιστη σχέση είχαν και έχουν με το θέμα της εισβολής και κατοχής. Όχι μόνο προϋπήρχαν αυτής, αλλά καταδυνάστευαν – και δυστυχώς ακόμη καταδυναστεύουν – με πολλαπλούς τρόπους, τον ιδιωτικό και δημόσιο βίο. Έτσι, διαπιστώνει κανείς ότι το ζήτημα της χειραφέτησης από αυτές τις δομές τίθεται άλλοτε ρητά και άλλοτε άρρητα από όσες συμμετείχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε αυτό το κίνημα.
Η απόφαση των συντελεστών του έργου να μεταβληθεί η κλίμακα παρατήρησης και να στραφεί η προσοχή προς όσα έχουν να πουν οι αφανείς, «ανώνυμες» πρωταγωνίστριες μιας λησμονημένης ιστορίας, προς όσα έχουν να πουν οι γυναίκες – τις οποίες ο κυπριακός αστικός εθνικισμός θεωρούσε πάντοτε παθητικά ιστορικά υποκείμενα, όπως θεωρούσε άλλωστε και τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις, ή όσες και όσους δεν συνεπαίρνονταν από τις κυρίαρχες ελληνορθόδοξες-ελληνοκεντρικές αερολογίες – ξαναφέρνει ακριβώς στο προσκήνιο το ερώτημα, όχι μόνο το «ποιος γράφει τελικά την ιστορία» αλλά και το «πώς γράφεται η ιστορία».
Και αυτό είναι κρίσιμο σε μια περίοδο μάλιστα, που ο προβεβλημένος ακαδημαϊκός λόγος ανάγει την «καινοτομία» και τους ακάματους μύστες αυτής, σε κινητήρια δύναμη της ιστορίας – η φράση start-up nation αποτελεί την κατακλείδα μιας ιδεολογικά στρατευμένης όσο και ρηχής ανάγνωσης της πολυμέρειας των πολιτικών, πολιτιστικών, οικονομικών και πολιτιστικών δυνάμεων που διαμορφώνουν με τη δράση τους αυτό που ονομάζουμε ιστορία –.
Δεν θα ήταν άστοχο να πούμε ότι η ιστορικός γράφει συχνά ένα σενάριο. Βεβαίως, αυτό το σενάριο θεμελιώνεται σε ένα σύνολο ερευνών που στηρίζονται σε πολλές και διαφορετικές μεθόδους, οι οποίες αναγνωρίζονται από άλλους ερευνητές και ερευνήτριες ως χαρακτηριστικές της επιστήμης της ιστορίας. Συνεπώς, σε αντίθεση με τον λογοτέχνη, η ιστορικός εργάζεται με τους περιορισμούς που της επιβάλλει η επιστήμη της και πιο συγκεκριμένα το υλικό που καλείται να μελετήσει για να γράψει το επιστημονικό της κείμενο.
Παρ’όλους όμως τους περιορισμούς, η τέχνη της αφήγησης είναι αδιαπραγμάτευτα παρούσα στο ιστορικό έργο. Η ιστορικός πολλαπλασιάζει τις οπτικές γωνίες παρατήρησης, επιλέγει, από τα τεκμήρια που έχει στη διάθεσή της, εκείνα που της είναι πολύτιμα, μοιράζει ρόλους στους πρωταγωνιστές και στις πρωταγωνίστριές της, επιλέγει να μελετήσει τα συμβάντα που την ενδιαφέρουν, στοχάζεται τα καθεστώτα ιστορικότητας, παίρνει τις αποστάσεις που της είναι αναγκαίες από το παρόν ή το παρελθόν, μελετά ενδελεχώς τις πολιτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές δομές στις πολλαπλές τους χρονικότητες, και κυρίως σμικρύνει ή μεγεθύνει την κλίμακα παρατήρησής της, επιδιώκοντας κάθε φορά να αναδείξει σε καινούριο φως και σε καινούριες συνάφειες λιγότερο προβεβλημένες όψεις του παρελθόντος και του παρόντος.
Δεν είναι όμως εύκολη υπόθεση η παρουσίαση των αποτελεσμάτων μιας τέτοιας ιστορικής έρευνας σε ένα μη εξειδικευμένο κοινό. Τις περισσότερες φορές αποτελεί και το πιο δύσκολο κομμάτι της εργασίας της ιστορικού. Όχι γιατί δεν γίνονται αντιληπτά αυτά που θέλει να πει – κάθε άλλο – αλλά γιατί είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναδειχθεί αυτό που περιγράψαμε προηγουμένως και το οποίο χαρακτηρίζει ένα κατεξοχήν καλό ιστορικό κείμενο: η πολυφωνία του.
Είναι ίσως για αυτό το λόγο που η ιστορία έχει τόσες δυναμικές αναλογίες με την τέχνη και κυρίως με το θέατρο. Στη σκηνή, μπορεί να παρουσιαστεί με εύληπτο τρόπο σε ένα ευρύ κοινό, η πολυφωνία του ιστορικού έργου, οι πολυπρισματικές προσεγγίσεις της ιστορικού, και μάλιστα αυτό μπορεί να συντελεστεί χωρίς να φαλκιδεύεται ο στόχος της ιστορικής επιστήμης, που είναι να κάνει το παρόν – μέσω της γνώσης του δημιουργεί – λιγότερο αινιγματικό.
Όπως και το θέατρο, έτσι και η ιστορία, πολύ συχνά επινοεί έναν κοινό χώρο δράσης και στοχασμού διευρύνοντας τους γνωστικούς και συναισθηματικούς μας ορίζοντες. Σε ένα θεατρικό τέτοιου είδους, όπως για παράδειγμα το Οι Γυναίκες Επιστρέφουν, καθίσταται ακριβώς δυνατή η δυναμική συνύπαρξη επι σκηνής του συναισθήματος και της γνώσης.
Η τελευταία, όσο υποκειμενική και αν είναι, είναι ακριβώς το αποτέλεσμα μιας μεθοδικής ιστορικής έρευνας. Είναι οι κανόνες, οι περιορισμοί, οι μέθοδοι που μας επιβάλλει η ιστορική επιστήμη που μας επιτρέπουν να πλησιάσουμε τον δύσκολο στόχο της εξωκειμενικής αλήθειας των πραγμάτων, μιας αλήθειας που όσο υποκειμενική και αν είναι, δεν εξαντλείται στην ιστορία/αφήγηση της συγγραφέως, δεν είναι μια δική της επινόηση/κατασκευή – όπως ματαίως επιμένουν να υποστηρίζουν όσοι και όσες ακόμα δεν έχουν κατέβει από το τρένο της γλωσσικής στροφής –.
Η συρραφή σε ένα κείμενο/αφήγηση της ιστορικής γνώσης δεν επιχειρεί να πείσει για κάτι τους ακροατές/αναγνώστες της αλλά να υποβάλει στην κρίση τους το παραγόμενο αποτέλεσμα. Κοντολογίς, το θέατρο μπορεί να αποτελέσει τον χώρο όπου η τέχνη της ιστορικής αφήγησης δεν θα μιλά για λογαριασμό των ιστορικών υποκειμένων αλλά θα τους προσφέρει τα χρήσιμα εκείνα εργαλεία έτσι ώστε να αναστοχάζονται δημιουργικά το τι μπορούν – ή δεν μπορούν – να κάνουν.
Αυτή η συνύπαρξη ιστορικής αφήγησης και θεατρικού δρώμενου σε έναν αυτόνομο χώρο, όπου η παραγόμενη ιστορικοκοινωνική γνώση τίθεται διαρκώς στην κρίση όλων, είναι ζωτικής σημασίας σε μια περίοδο που ο επηρμένος λόγος των λογής λογής ειδημόνων – αυτός ο στρατός φύλακας του παρόντος – έμπλεος σιγουριάς για την ορθότητά του, δεν έχει απλώς καταλάβει όλο τον χώρο.
Συνεπικουρούμενος από κρατικούς και ιδιωτικούς μηχανισμούς, κουνά το δάκτυλο επιδεικτικά σε όποιες και όποιους του ζητούν να μην είναι τόσο αλαζονικός, να μην θαμβώνεται με ότι γυαλίζει, να μην είναι πάντα με εκείνον που νικά, να καταλάβει ότι πολλά ενδιαφέροντα πράγματα λαμβάνουν χώρα στο ημίφως, να μην κτυπά με τόση μανία τον χρόνο, να ακούει και κάτι άλλο εκτός από την ίδια τη φωνή του, να σκεφτεί ότι ίσως να χρειαστεί καιρός για να κατανοήσουμε το παρόν, ότι η κατανόησή του προϋποθέτει να χαμηλώσουμε το βλέμμα και να αφουγκραστούμε με ηρεμία το ποδοβολητό του, που έρχεται από μακριά.
Η μελέτη της ιστορίας μας φέρνει αντιμέτωπους με πολλές προκλήσεις και μία από αυτές είναι η πραγματική, ειλικρινής αναμέτρηση με τις βεβαιότητές μας. Η θεατρική ομάδα Project ΣΕΖΟΝ Γυναίκες, είχε το κουράγιο να αναμετρηθεί με αυτή την πρόκληση.
* Ο Πάνος Χριστοδούλου είναι Επίκουρος καθηγητής στις Ελληνικές Σπουδές, Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου