«Ο κλήρος του μεσημεριού» του Πωλ Κλωντέλ στο Θέατρο Διόνυσος. 

Το κύριο συναίσθημα μετά από την παρακολούθηση της παραγωγής του Διόνυσου «Ο κλήρος του μεσημεριού» είναι η ευγνωμοσύνη προς τον Λέανδρο Ταλιώτη που εισήγαγε στον μικρόκοσμό μας τον Πωλ Κλωντέλ. Πρέπει να ομολογήσω την ανεπάρκειά μου, ήμουν απροετοίμαστη. Εδώ και μέρες διαβάζω ό, τι μπορώ να βρω, του ίδιου του ποιητή και για τον ίδιο.

Αντιλαμβάνομαι, ότι ο Χρήστος Γιάγκου κάνει άθλους με τις ρεπερτοριακές επιλογές του «Διόνυσου» και είναι αφελές να ζητά κανείς και πρόγραμμα, όμως πόσο ωφέλιμο θα ήταν να υπήρχε ένας προσανατολισμός στην ιστορία της γαλλικής λογοτεχνίας, μια αναφορά στον συμβολισμό, στον Μαλαρμέ, στον Ρεμπώ, λίγα λόγια για την ιδέα του ολικού θεάτρου, ακόμα λίγα για τον πρωτότυπο στιχουργικό τρόπο του Κλωντέλ, για την αφοσίωσή του στον καθολικισμό, λίγα βιογραφικά του που να αποκάλυπταν την αυτοβιογραφική βάση του έργου, να ταύτιζαν τον συγγραφέα με τον Μεζά κ.ά. Ειλικρινά πιστεύω πως δεν θα ήταν περιττό ένα φιλολογικό πλαίσιο της παραγωγής.

Μάλλον έχω ήδη περάσει στον σχολιασμό της παράστασης. Θαρρώ πως αυτή δεν έφτασε εκείνη τη συναρπαστική αισθητική αυτοτέλεια που καθιστά αχρείαστες όποιες εισαγωγές και καθοδηγήσεις. Ο φανερά γοητευμένος από το υλικό του Λέανδρος Ταλιώτης πίστεψε ότι τα μέσα που διέθετε θα ήταν αρκετά για να αναπαραστήσει το ποιητικό σύμπαν του συγγραφέα. Σοφά επιστράτευσε τον Νίκο Κουρούσιη ως ειδικό στα «Υπερβατικά ταξίδια», όπως εκείνο των ηρώων του έργου. Η επικλινής σκηνική πλατφόρμα μετέδιδε την αστάθεια  των σχέσεων μεταξύ των τεσσάρων προσώπων και ο συνδυασμός της με το υπέροχο θολό φόντο  εξέφραζε την αντίθεση μεταξύ της εφήμερης ανθρώπινης ύπαρξης και του μεγαλείου της πλάσης.

Οι φωτισμοί του Σταύρου Τάρταρη έπαιζαν ωραία μ’ αυτό το φόντο. Μ’ αυτήν την εικαστική στήριξη ο ποιητικός λόγος άπλωνε τον χώρο και τον χρόνο όσο το ήθελε ο συγγραφέας, ως την απεραντοσύνη του ωκεανού και του μεσημεριού. Σ’ ό,τι αφορά το δεύτερο «φτερό» της παράστασης, τη μουσική του Ανδρέα Μουστούκη, προσωπικά δεν ανακάλυψα την αισθητική συγγένειά της με τον λόγο του κειμένου ή με τη δράση της παράστασης, τη βρήκα υπερβολικά αυτάρκη για να αποτελέσει συστατικό του συνόλου. Μάλλον θα απλουστεύω τη σκηνοθετική σκέψη, αν υποθέσω πως ο σκηνοθέτης επιδίωκε τον εκσυγχρονισμό της παράστασής του μέσω της ζωντανής μουσικής.

Αλλά αυτό που έλειπε κατ’ εμένα από την παράσταση ήταν η μουσική των σχέσεων μεταξύ των τεσσάρων. Τα λευκά κοστούμια του Κουρούσιη έκαναν τις τέσσερις μορφές μέρος του ενιαίου θεάματος, αλλά η τοποθέτησή τους στη σκηνή, η κίνηση, ο χορός τους (Χάμιλτον Μοντέιρο), η απομόνωση  που προέκυπτε από τις υποκριτικές τους συμπεριφορές δεν άφηναν να απελευθερωθεί η κρυφή μουσική του κουαρτέτου.

Ως πιο ολοκληρωμένη βλέπω τη μορφή που είχε φτιάξει ο Αλέξανδρος Παρίσης, εξάλλου και ο δρόμος προς τον ρόλο του κυνικού και υλιστή Αμαλρίκ ήταν αντικειμενικά πιο ευθύς. Η Υζέ της Τζωρτζίνας Τάτση έφτανε στις καλύτερές της στιγμές στα ντουέτα του τέλους. Το ότι ο Μεζά δεν πήρε τις διαστάσεις που έπρεπε, το καταλογίζω στον σκηνοθέτη πιο πολύ απ’ ό,τι στον Πάνο Μακρή. Η απόφαση του Ταλιώτη να παίξει ο ίδιος τον Ντε Σιζ την αιτιολογώ με την επιθυμία του να συμμετέχει «πιο πολύ» στο δημιούργημά του στο οποίο τόσο πίστεψε.