«Προμηθέας Δεσμώτης Ι» σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού στο Θέατρο Δέντρο. 

Πληκτρολογώντας τις λέξεις «Προμηθέας» και «Δέντρο» στη μηχανή αναζήτησης, ο δαίμων της σύγχρονης τεχνολογίας προσφέρει την ευκαιρία να γνωρίσουμε την περίπτωση μιας υπεραιωνόβιας πεύκης στο πάρκο Γουίρ της Νεβάδα, που θεωρούνταν ο αρχαιότερος μη-κλωνικός ζωντανός οργανισμός στον πλανήτη. Κόπηκε το 1964 για σκοπούς μελέτης και για να υπολογιστεί η ηλικία του. Εικάζεται ότι προσεγγίζει τα 5000 χρόνια. Η άχαρη «θυσία» του δέντρου, που ονομάστηκε Προμηθέας, για χάρη της επιστήμης προκαλεί ενδιαφέροντες συνειρμούς με την περίπτωση της παράστασης που σκηνοθετεί ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.

Μου φαίνεται σαν να ‘ναι χθες μα πάνε τόσα χρόνια –δεκατρία συγκεκριμένα– από την πρώτη φορά που είδα επί σκηνής την Κατερίνα Λούρα, στο Θεατράκι του ΡΙΚ. Με την «Performance», μια συρραφή κειμένων από το παγκόσμιο δραματολόγιο, κατέθετε αυτό που στην πορεία, κατά κάποιο τρόπο, αποδείχτηκε το καλλιτεχνικό της μανιφέστο. Αναζητώντας τον δικό της «ρόλο» στο θεατρικό σύμπαν, εξέφραζε το ενδιαφέρον και την προσήλωσή της σε φόρμες πειραματικές, που όμως δεν «πνίγουν» το περιεχόμενο και σε τεχνικές ευρηματικές, που γεννούν άρρυθμες δομές αφηγηματικότητας. Σε μια αφοσίωση, επίσης, στο αντικείμενο πέρα από την υπερεκτιμημένη έννοια του «ταλέντου» και εγγύτερα στην πιο ευγενική ιδέα του «ταξίματος».

Κύριο χαρακτηριστικό σε όλα αυτά θα έλεγα ότι ήταν μια αχαλίνωτη ορμή, μια αφοβιά απέναντι στο δύσκολο που αναζητά το βαθύτερο, ταυτόχρονα με την απαραίτητη συστολή μπροστά στο μεγαλείο της τέχνης που υπηρετεί. Έκτοτε ομολογώ ότι, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, εκτιμώ πως βρίσκεται πολύ περισσότερο στα νερά της όταν συμμετέχει σε παραστατικές προτάσεις με πειραματική διάθεση.

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που θέτει το θέατρο είναι αν όλοι οι θεατές που βρίσκονται ταυτόχρονα στην ίδια πλατεία παρακολουθούν υποχρεωτικά και την ίδια παράσταση ή όχι. Στη διαδικασία της θέασης παίζουν πολλά πράγματα ρόλο: η θέση που κάθεται κανείς και η θέα προς τη σκηνή, το κέφι και η διάθεση, η σωματική και πνευματική κόπωση, η ένταση της ημέρας και φυσικά οι προσλαμβάνουσες, οι γνώσεις και οι εμπειρίες του καθενός.

Προσωπικά, στην περίπτωση της παράστασης «Προμηθέας Δεσμώτης Ι» του Θεάτρου Δέντρο έκανα αρχικά αυτό το ταξίδι στον χρόνο. Εκείνη η «Performance», που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τον Σώτο Σταυράκη, εκτιμήθηκε και παρουσιάστηκε και από τον ΘΟΚ, ενώ το ταξίδι της συνεχίστηκε και εξελισσόμενη παρουσιάστηκε τα επόμενα χρόνια και στην Ελλάδα. Η «Performance» συναντούσε τον Μαρμαρινό επιλέγοντας κείμενο από την περίφημη παράστασή του «Ρομέο και Ιουλιέτα – Η Τρίτη Μνήμη». Μαρμαρινός και Λούρα συνεργάστηκαν πριν από τρία χρόνια και στην παράσταση του ΚΘΒΕ με το έργο του Γιώργου Βέλτσου «Αυτοκρατορία». Αν οι κώδικές τους συναντούνται κάπου είναι στην πεποίθηση ότι τίποτα στην τέχνη δεν είναι πιο ριψοκίνδυνο από τον εφησυχασμό της τακτοποίησης και την ασφάλεια της πεπατημένης.

Δεδομένου ότι προτιμούν τις λιγότερο άκαμπτες φόρμες, είναι πραγματικά ωραία η αντίφαση και η ειρωνεία στην οποία επενδύουν: το πώς ο Αισχύλος καταφέρνει μέσα από ένα έργο με ήρωα στατικό, που φλερτάρει περισσότερο με τον μύθο παρά με το δράμα, να διηθήσει όλους αυτούς τους φιλοσοφικούς, υπαρξιακούς, θεολογικούς και πολιτικούς στοχασμούς. Το συνεχώς καθήμενο, ριζωμένο σώμα της ηθοποιού αποτελεί τον ναό όπου εκτυλίσσεται ένα «δράμα αποκάλυψης», με τη γεωμετρικά αυξανόμενη ένταση να εκπορεύεται από μια συνθήκη ακινησίας. Ο σωματότυπος, οι εκφράσεις του προσώπου, η φωνή είναι τα παραστατικά αντικείμενα-εργαλεία που ο σκηνοθέτης ωθεί στα όριά τους, «μαγειρεύοντας» τεχνικά τις καταστάσεις του χώρου, ώστε να πετύχει την επιζητούμενη ανατρεπτική πραγμάτευση του αρχετυπικού κειμένου.

Ο Μαρμαρινός πιστεύει ότι κάθε στιγμή στη ζωή μας είναι θέατρο και μάχη. Η επεξεργασία προβληματισμών και τραυμάτων είναι μια ιδιαίτερη, προσωπική διεργασία για τον καθένα και δύναται να απελευθερώσει ένα πελώριο κοίτασµα δυνάµεων, γνώσεων και ικανοτήτων που υπάρχουν µέσα µας. Το παραστατικό συμβάν αποτελεί ένα πειραματικό εργαστήρι εμβάθυνσης σ’ αυτή τη διαδικασία, η οποία μοιάζει με τις ωδίνες του τοκετού, γιατί είναι δύσφορη και επώδυνη, αλλά οδηγεί σ’ ένα ευτυχές γεγονός: τη διαμόρφωση του θεατή.