To «Dodo» του Πάνου Κούτρα έκανε την κινηματογραφική του πρεμιέρα στο Φεστιβάλ των Καννών ενώ προβλήθηκε και στο πρόσφατο Cyprus International Film Festival.
Μοιάζει με μεγάλη χήνα με γαμψή μύτη, παρόλο που η εμφάνισή του παραπέμπει σε προϊστορικό πτηνό. Είναι το ντόντο, που έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο γύρω στο 1700, για να επιστρέψει ως ήρωας στις σελίδες της «Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων» του Λιούις Κάρολ. Αυτό το σχεδόν μυθικό πουλί, σύχναζε κάποτε στο νησί του Μαυρικίου, τουλάχιστον πριν οι Ολλανδοί κατακτητές το εξαφανίσουν, κυρίως λόγω του εύγευστου κρέατος του. Αυτά -περίπου- μαθαίνουμε στο ομώνυμο «Dodo» του Πάνου Κούτρα, ενός κινηματογραφιστή που επιμένει να μας εκπλήσσει από τον καιρό του cult σκηνοθετικού του ντεμπούτου.
Αναφέρομαι -βεβαίως- στην «Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά», με τις επικές βραδιές προβολής, συνοδευμένες από το απολαυστικό, παραδοσιακό έδεσμα. Βεβαίως, στην περίπτωση του «Dodo», που έκανε τη δυναμική του εμφάνιση στις Κάννες, κάτι τέτοιο είναι πρακτικά αδύνατο. Αλλά και να ζωντάνευε -ως εκ θαύματος- το θρυλικό πουλί, θα ήταν κυνικό, πολιτικά μη ορθό και πιθανότατα παράνομο να το καταναλώσουμε, ειδικά εμείς, οι «ευαίσθητοι» σινεφίλ.
Εξάλλου, οι προθέσεις του σκηνοθέτη είναι αγαθές: χρησιμοποιώντας το ντόντο ως σύμβολο, προεκτείνει τον προβληματισμό της «Στρέλλας» και της «Ξενίας», στρέφοντας την κάμερά του σε περιθωριακά, «μη προστατευόμενα» ανθρώπινα είδη: μετανάστες από την Αλβανία, την Ουκρανία, τη Γεωργία, την Αλγερία, μία πανέμορφη τρανς κι ένα πρώην επιτυχημένο μεσήλικο ελληνικό ζευγάρι (μαζί με την κόρη του) που βρίσκεται κατάφατσα με την οικονομική καταστροφή… Εκεί, στην υπερχρεωμένη έπαυλη με τα μυστικά (του ζεύγους και των καλεσμένων) λαμβάνει χώραν το «πάρτι», με επίτιμο καλεσμένο, όχι βεβαίως τον Πίτερ Σέλερς, αλλά το αγαπημένο μας ντόντο. Στα περισσότερα από τα 132 λεπτά της ταινίας, οι θαμώνες προσπαθούν μάταια να το ξεφορτωθούν, αλλά εκείνο επιμένει πεισματικά να δηλώνει την παρουσία του, βγαλμένο μέσα από τα κιτάπια της ιστορίας.
Η προβληματική του Κούτρα είναι εμφανής: οι εν λόγω ήρωες επιθυμούν -μέσω του ντόντο- να ξεφορτωθούν τα δικά τους βάσανα και ενοχές, κρυμμένα κάτω από πανάκριβα, βαριά και σκονισμένα χαλιά. Η λοξή, ειρωνική ματιά του σκηνοθέτη κοιτάζει με ανθρωπισμό και τρυφερότητα τους χαρακτήρες, ακόμα και τον ανεύθυνο πάτερ-φαμίλια της υπόθεσης που ερμηνεύει ο πληθωρικός Άκης Σακελλαρίου. Ταυτόχρονα, αγκαλιάζει τα ανθρώπινα «ντόντο» του περιθωρίου (τους πιο πάνω μετανάστες) και -κυρίως- την συγκαταβατική και φιλάνθρωπη σύζυγο (η εξαίρετη Σμαράγδα Καρύδη) που υπήρξε κάποτε σταρ της τηλεόρασης.
Μέσα από το σχεδιαζόμενο γαμήλιο πάρτι, με απρόσκλητο παρανυφάκι το ντόντο, αποκαλύπτονται οι κρυφοί και φανεροί πόθοι, οι φωτεινές και σκοτεινές πτυχές των ετερόκλιτων χαρακτήρων. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει αρκετός χρόνος για να μάθουμε πολλά για όλους αυτούς, οι πλείστοι εκ των οποίων περιορίζονται στο επίπεδο της καρικατούρας. Μοιάζουν περισσότερο με γκραβούρες ή σχεδιάσματα χαρακτήρων, σαν τους ομώνυμους πίνακες του Τζορτζ Έντουαρντς, του Βρετανού ορνιθολόγου που μας χάρισε τον πιο διάσημο πίνακα του ντόντο.
Ο Κούτρας παραγεμίζει την ιστορία του με θεματικές: διαφορετικότητα, κοινωνική καταπίεση, μεταναστευτική ενσωμάτωση, ταυτότητα, κοινωνικά και εθνικά στερεότυπα, οικονομική κρίση και κρίση αξιών, συλλογική ενοχή, οικολογία… Όλα αυτά εκτυλίσσονται στους τέσσερις τοίχους της έπαυλης, σαν ένα θεατρικό εν εξελίξει, με την κάμερα αεικίνητη να περνάει από χαρακτήρα σε χαρακτήρα, αδυνατώντας ωστόσο να πετάξει. Αγνοώντας, μια όχι τόσο ενδιαφέρουσα και λιγότερο ρομαντική ιστορική πιθανότητα: πως το ντόντο, μπορεί να μην το σκότωσαν τελικά οι Ολλανδοί αποικιοκράτες, αλλά μερικές ντόπιες αγέλες αγριογούρουνων…
Ελεύθερα, 4.12.2022.