«Ανύμφευτες νύμφες»: Δύο μονόπρακτα από τις «Φωτιές» της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, σε σκηνοθεσία Βαρνάβα Κυριαζή, από το Θέατρο Ανεμώνα.  

Ο Βαρνάβας Κυριαζής συνέλαβε την αισθητική αυτής της πρότασης αλλά και την κατεύθυνσή της από τον πίνακα του Σάββα Χαρατσίδη «Επιτύμβιο για νέο κορίτσι», που σήμερα βρίσκεται στη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης της Ελλάδας. Δηλαδή, όχι μόνο ο Γιώργος Γιάννου που το εικονοποίησε με τα δύο παράπλευρα «επιτύμβια» παράθυρα και τα κοστούμια που φορούσαν οι δύο «ανύμφευτες νύμφες», αλλά ακόμη και η μουσική του Γιώργου Κολιά και τα τραγούδια που ερμηνεύει η ερυθροφορούσα Σεμέλη Κυριαζή, ορμώνται με αυτόν τον μπούσουλα.

Ο αείμνηστος αυτοδίδακτος ζωγράφος και σκηνογράφος (1925-1994), με τον οποίο ο Κυριαζής συνεργάστηκε την εποχή που θήτευε στο Θέατρο Τέχνης, διερευνούσε ψυχογραφικά την ανθρώπινη μορφή. Τη συμβολοποιούσε με βυζαντινή προσήλωση, συνδυάζοντας την υπερφυσική της αφαίρεση και την απλότητά της, με τη σχηματοποίηση και τη γεωμετρικότητα της λαϊκής τέχνης, αλλά και το μέτρο και την αρμονία της κλασικής. Η ιδέα, λοιπόν, του σκηνοθέτη ήταν κατά κάποιον τρόπο να παντρέψει τον εικαστικό λόγο των επιγόνων της «Γενιάς του ’30» με την ερωτική ειδωλολατρεία που αναβλύζει η στοχαστική γραφή της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ.

Αντιλαμβάνομαι ότι είναι μια πρόταση που δεν είναι προορισμένη να γνωρίσει εμπορική επιτυχία, αλλά ανήκει στο χαριτόβρυτο σύμπαν εκείνων των παραγωγών που δικαιολογούν τη φιλοσοφία των χορηγικών προγραμμάτων, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι περιβάλλονται από ένα σκληρό κέλυφος ελιτισμού. Χρειαζόμαστε και λίγη ποίηση στη ζωή μας, πώς να το κάνουμε; Τουλάχιστον, ενίοτε, χρειάζεται να υπάρχει ως επιλογή. Ακόμη κι αν σε μια τέτοια παράσταση η βαθιά λυρικότητα μοιάζει να λειτουργεί εις βάρος της αφήγησης, στις δεκτικές ψυχές η μούσα πάντα βρίσκει τρόπο να παρεισφρέει και ν’ αφήνει τον μεθυστικό της σπόρο.

Για τη Γιουρσενάρ, τη γυναίκα που το 1980 αναγορεύτηκε σε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας καταρρίπτοντας ένα από τα ξακουστότερα προπύργια του ανδρικού σοβινισμού που βαστούσε από το 1635, η τέχνη αποτελούσε μια σανίδα σωτηρίας για την τραγωδία της ανθρώπινης μοίρας. Αντιλαμβανόταν τον ρεαλισμό ως μια κριτικά συνειδητοποιημένη επιλογή αποδοχής των ορίων της αφηγηματικής αναπαράστασης. Η Γαλλοβελγίδα λογοτέχνις και ακαδημαϊκός επιζητούσε μια μεταμόρφωση της πραγματικότητας μέσω της τέχνης.

Οι «Φωτιές» είναι ένα από τα πρώτα της βιβλία και μάλιστα λέγεται ότι το έγραψε κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου ταξιδιού που είχε κάνει το 1935 στη Μαύρη Θάλασσα με τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Η ίδια το θεωρούσε προϊόν κρίσης πάθους (σίγουρα όχι εξαιτίας του Εμπειρίκου, αφού ήταν ομοφυλόφυλη) και ήταν η επισφράγιση της πεποίθησής της ότι έρωτας είναι «η τιμωρία μας για την ανικανότητά μας να μείνουμε μοναχοί».

Πρόκειται για μια συλλογή υψηλής θερμοκρασίας ραψωδικών πεζοποιημάτων, η οποία εξιστορεί τα ερωτικά βάσανα εννέα αρχετυπικών μυθικών ηρώων και ηρωίδων: Αχιλλέας, Πάτροκλος, Φαίδων, Φαίδρα, Αντιγόνη, Λένα, Κλυταιμνήστρα, Σαπφώ και Μαρία Μαγδαληνή. Στην παραγωγή του Θεάτρου Ανεμώνα ο Βαρνάβας Κυριαζής επιλέγει τις δύο τελευταίες και επεξεργάζεται δραματουργικά τις ημερολογιακές ομολογίες τους με βάση τη μεταφραστική φροντίδα της εκδότριας της Γιουρσενάρ στην Ελλάδα, Ιωάννας Χατζηνικολή. Η αποϋλοποίηση, μια υπερβατική αναγωγή του ερωτικού πένθους, είναι ο βασικός άξονας αυτής της δουλειάς. Η συγγραφέας δοξάζει και ξορκίζει τον έρωτα στο μεταίχμιο μεταξύ μύθου και συγχρονικότητας.

Για τις εννιά αυτές «κραυγές» ερωτικής αγωνίας της Γιουρσενάρ έχει γραφτεί ότι είναι «μυθιστορήματα που αρνούνται να είναι μυθιστορήματα». Η απόγνωσή τους τα καθιστά σχεδόν ανείπωτα, σαν να βολοδέρνουν ανάμεσα στη φαντασίωση και τον αφορισμό. Ειδικότερα στους δύο μονολόγους «Σαπφώ ή η αυτοκτονία» και «Μαρία Μαγαδαληνή ή η σωτηρία», με τις ηρωίδες να ενσαρκώνουν αντίστοιχα ο Κρις Σπύρου και ο ίδιος ο Βαρνάβας Κυριαζής, ο απόλυτος έρωτας είναι μια καταλυτική δύναμη που επιβάλλεται σαν ευχή και κατάρα. Είναι φως και χαρά και είναι σκοτάδι και οδύνη. Κι αυτή η αντίθεση είναι ακριβώς η φόρμουλα που αναδεικνύει την ομορφιά του συναισθήματος.

Η ίδια η συγγραφέας χαρακτηρίζει το λογοτεχνικό της ύφος στις «Φωτιές» ως «μπαρόκ εξπρεσιονισμό», κάτι που απορρέει από την καταφυγή της στη μυθολογία και σε υπεροφορτισμένα σχήματα λόγου. Η σκηνοθετική γραμμή εναρμονίζεται με την ατμόσφαιρα του κειμένου. Μια μυθική- μυστικιστική νότα κατακλύζει το δρώμενο, ενώ η έμφυλη αντίφαση, εκτός από στερεότυπα, διαρρηγνύει τον σκληρό υμένα της αυτοεικόνας.

Αυτή η διαδικασία ταύτισης- αποστασιοποίησης απελευθερώνει τους χυμούς της γλώσσας μέσω της απομυθοποίησης. Η γλώσσα γίνεται σταδιακά μοναδική ταυτότητα της Σαπφούς και της Μαρίας Μαγδαληνής, με τους ηθοποιούς να ανυψώνονται σε φορείς μηνυμάτων και νοημάτων μέσα από μια υπέρβαση αισθητική, φυσική, ηθική.

Κατοικούν στον ρόλο τους με γενναιότητα κι αν για τον πρωτοκλασάτο και εμπειροπόλεμο Κυριαζή αυτό είναι σχεδόν αυτονόητο, ο στρεσαρισμένος Κρις Σπύρου ανταπεξέρχεται περίφημα και «γεμίζει» σπαρακτικά το παράθυρο της Σαπφούς. Η εύφωνη βάρδος Σεμέλη Κυριαζή είναι η κινούμενη ερωτική συνείδηση, μια μουσική μεσολαβήτρια που αντιπροσωπεύει σκηνικά τον συνθέτη-στιχουργό Γιώργο Κολιά, τη βουή της μοίρας, αλλά και το άφθαρτο πνεύμα της συγγραφέως.

Ελεύθερα, 26.3.2023