«Κάθε Πέμπτη κύριε Γκρην» του Τζεφ Μπάρον στο Θέατρο Σκάλα.

Η παράσταση που είδα ήταν η τελευταία προγραμματισμένη που ανέβαινε μπροστά στο κοινό της Λάρνακας, πριν την περιοδεία στη Λευκωσία (23 & 24/1 στο Θέατρο Δέντρο). Σε αντίθεση, όμως, μ’ ό,τι συνηθίζεται στους αποχαιρετισμούς των καλών παραγωγών, η προσέλευση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ικανοποιητική. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι μιλάμε για την περίπτωση μιας παράστασης που είναι δύσκολο να μην έχει διαφημιστεί τουλάχιστον από στόμα με στόμα και για την οποία έχουν γραφτεί θετικές κριτικές. Παρά το γεγονός, επίσης, ότι οι οιωνοί για το μέλλον του Θεάτρου Σκάλα δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξοι και συνεπώς το κοινό της Λάρνακας είχε την ευκαιρία να εκφράσει έμπρακτα τη συμπαράστασή του.

Ό,τι κι αν ενδεχομένως καταλογίζει κανείς στη διοίκηση και τη διεύθυνση του θεάτρου σχετικά με τον προγραμματισμό, το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, τη γενικότερη νοοτροπία και λειτουργία του, μπορεί να γίνει μέρος της συζήτησης. Διερωτώμαι, όμως, τι πρέπει να συμβεί για να εκτιμήσουν οι Λαρνακείς το περιφερειακό τους θέατρο. Μήπως να το χάσουν; Τότε όμως θα είναι αργά. Μήπως ούτε και τότε; Μήπως απλώς στη Λάρνακα το θεατρόφιλο κοινό είναι λίγο και αδιάφορο;

Το «Κάθε Πέμπτη κύριε Γκρην» (πρωτότυπος τίτλος «Visiting Mr Green») ΔΕΝ είναι ένα αριστουργηματικό έργο. Δεν επιδέχεται πολλαπλών αναγνώσεων, δεν διεισδύει βαθιά στην ανθρώπινη ύπαρξη, έχει καθαρές θεματικές και αισθητικές σκοπιμότητες. Έχω την εντύπωση ότι όταν ο Τζεφ Μπάρον το έγραφε, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, δεν φανταζόταν ότι 20 χρόνια αργότερα θα εξακολουθούσε να ανεβαίνει και μάλιστα ότι θα είχε προτιμηθεί σε σχεδόν 50 χώρες. Θα έλεγα μάλιστα ότι είναι ένα έργο προορισμένο να δείχνει ξεπερασμένο. Δυστυχώς για την ανθρωπότητα, δεν είναι καθόλου. Και η παγκόσμια δημοτικότητά του δεν είναι καθόλου τυχαία.

Οι ανθρώπινες και οικογενειακές σχέσεις, ζορισμένες ανάμεσα στις μυλόπετρες των αυστηρών θρησκευτικών κανόνων και των κοινωνικών στερεοτύπων, καθώς και η ζωτική ανάγκη για συναισθηματική σύνδεση και απάλυνση της αναπόδραστης μοναξιάς είναι τα βασικά ζητήματα που τίθενται. Πιασάρικη, μάλλον, θεματική, που κλείνει το μάτι στο κοινό και σίγουρα προτιμητέα για πολλούς συγγραφείς.

Ενδεχομένως στο αγγλόφωνο και δη στο νεοϋορκέζικο κοινό να μην κάνει εδώ και χρόνια το ίδιο γκελ μ’ αυτό που έκανε αρχικά. Ίσως γιατί η κοινωνική συνθήκη και τα συνθετικά υλικά των βασικών χαρακτήρων να φαντάζουν πλέον παρωχημένα και μη ρεαλιστικά. Στον υπόλοιπο κόσμο, εντούτοις, που ούτως ή άλλως είναι αναπόφευκτη και μια εξωτική χροιά, τσουλάει ευκολότερα το βασικό όχημα του δράματος. Εκεί, ίσως, να κρύβεται και η παγίδα.

Το κείμενο του Μπάρον έχει μια φυσική ροπή προς την απλοϊκότητα και τη γλυκερότητα, στην οποία αλίμονο αν παρασυρθεί η καλλιτεχνική γραμμή της παράστασης. Ειδικά με την πάροδο της εικοσαετίας, οι δύο ήρωες μοιάζουν λιγότερο να είναι ανθρώπινα όντα και περισσότερο σύμβολα, φορείς κοινωνικών και ηθικών αρχετύπων. Ελλοχεύει δηλαδή, ο κίνδυνος, αν κάνεις το λάθος να σκάψεις πολύ βαθιά στους χαρακτήρες και να εστιάσεις στα συναισθήματά τους, επισκιάζοντας τους κοινωνικούς τους ρόλους, να εκπέσεις στο εύκολο συναίσθημα ή ακόμη χειρότερα στην ισοπεδωτική καταγγελία των κοινωνικών στερεοτύπων σαν να είναι κάτι ξεκάρφωτο, φυτεμένο και εντελώς διαχωρισμένο από την ανθρώπινη φύση.

Ο Βαρνάβας Κυριαζής μελέτησε πολύ καλά το κείμενο, διαπίστωσε ότι είναι ένα «έργο ηθοποιών» και σκηνοθέτησε τον εαυτό του και τον Φώτη Αποστολίδη με μια σχεδόν μελωδική σεμνότητα. Επένδυσε στην ένταση των σχέσεων, όπως προκύπτουν από το έργο και πίστεψε στην ερμηνευτική ικανότητα του ίδιου και του συμπρωταγωνιστή του. Απαραίτητη σ’ αυτή τη λεπτοδουλεμένη εργασία ήταν η διακριτική ισορροπία ανάμεσα στα δύο υποκριτικά άκρα της τραμπάλας.

Ο πρώτος ηθοποιός που ενσάρκωσε τον υπέργηρο κύριο Γκρην ήταν ο αείμνηστος Ιλάι Γουάλας το 1996 σηκώνοντας τον πήχη σε δυσθεώρητα ύψη. Παρότι σχεδόν 20 χρόνια νεότερος από τον χαρακτήρα που υποδύεται και χωρίς επιπλέον μακιγιάζ, μα μόνο με τη μαθηματικά υπολογισμένη κινησιολογική και φωνητική του ερμηνεία, ο Κυριαζής πετυχαίνει να αποστάξει όλους τους απαιτούμενους συναισθηματικούς στροβιλισμούς, συνεπικουρούμενος κι από το αβρό παίξιμο του Αποστολίδη.