«Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» του Ιάκωβου Καμπανέλλη σε σκηνοθεσία Κ. Αρβανιτάκη στον ΘΟΚ.
Πιστεύω πως μια από τις βασικές ιδέες στην παράσταση του ΘΟΚ «Η Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια» σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη είναι η αποκήρυξη συγγένειας με την ταινία του Κακογιάννη, με ενδεικτικό τρολάρισμα της εμβληματικής ατάκας από την ταινία «Στέλλα, Φύγε, Κρατάω Μαχαίρι» με το «Κρατάω μαχαίρι… Φέρτε την τούρτα» του Παναγιώτη Μπουγιούρη στον ρόλο του Μίλτου.
Εδώ συμβαίνει το εξής παράλογο: ενώ η ταινία αναμφίβολα παίζει τον ρόλο του κράχτη της παραγωγής, και οι ιθύνοντες των ρεπερτοριακών επιλογών του ΘΟΚ δεν μπορούσαν όχι απλά να μην το έχουν υπόψη, αλλά και να μην υπολογίζουν σ’ αυτό, η παραγωγή υπογραμμίζει την «απευθείας» καταγωγή της από το θεατρικό του Καμπανέλλη. Όμως ο σκηνοθέτης ανοίγει άλλες σχέσεις με την κινηματογραφική αισθητική στυλιζάροντας μερικές σκηνές ως κάδρα βουβού κινηματογράφου, με διάλογο σε μορφή υπερτίτλων, ένα ad hoc εύρημα που γεννήθηκε μάλλον από την παρουσία πιανίστα σε σκοτεινή αίθουσα και από το καταχωνιασμένο στο σκηνοθετικό υποσυνείδητο κινηματογραφικό DNA του υλικού.
Υπάρχουν και άλλα στοιχεία που παραπέμπουν στον κινηματογράφο ή μάλλον στα κινηματογραφικά μιούζικαλ: όλο το στήσιμο των σκηνικών με το φεγγάρι-προβολέα ψηλά πίσω, με τα μαύρα σκαλιά για εντυπωσιακές εξόδους (Έλενα Κοτασβήλι-Αλέξης Βαγιανός), μερικά από τα κοστούμια (Κωνσταντίνα Ανδρέου), η χορογραφία κάποιων μουσικών στιγμιότυπων (Έλενα Χριστοδουλίδου) , όπως π.χ. το ντουέτο Στέλλας –Αννέτας που θυμίζει το «Chicago».
Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης επενδύει στην αισθητική του τεχνητού περιβάλλοντος ενός νυχτερινού μαγαζιού, με τη σελήνη και τα αστέρια να είναι τα φώτα του κέντρου και το ταβάνι ο μόνος ουρανός που βλέπουν οι ήρωες, για να δημιουργήσει τον κόσμο της Στέλλας, της οποίας «πάει το φεγγάρι», η οποία δεν θέλει και δεν ξέρει να ζήσει με το φυσικό φως και με τους κανόνες της ημέρας. Τα «πλάσματα» που κατοικούν σ’ αυτό τον κλειστό χώρο κάνουν το δικό τους στυλιζαρισμένο παιχνίδι, λίγο μελό, λίγο αστείο (Πέτρος Γιωρκάτζης, Γιώργος Ευαγόρου, Γιάννης Μίνως, Ηρόδοτος Μιλτιάδους και το κόσμημα της παράστασης Ελένη Σιδερά στον ρόλο της Αννέτας).
Όμως αν η «Στέλλα» του Καμπανέλλη βλάστησε στο έδαφος του ερωτικού ρεμπέτικου τραγουδιού που είναι ένα από τα πιο ολοκληρωμένα αισθητικά κεφάλαια της νεοελληνικής κουλτούρας, η «Στέλλα» του Αρβανιτάκη είναι γεμάτη με τη μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη και με τους στίχους των Κραουνάκη-Αρβανιτάκη μ’ ένα γνώριμο light σουρεαλισμό.
Αφαιρέθηκε η λαϊκή ρίζα των πρωταγωνιστών, αυτή που μπορούσε να αποτελέσει τον κοινό παρονομαστή της Στέλλας με την Κάρμεν του Μεριμέ και με τη Νύφη του Λόρκα. Στην προσπάθεια του σκηνοθέτη να μείνει μακριά από τα στερεότυπα, η μαγκιά και η περηφάνια και της Στέλλας και του Μίλτου έχασαν τον εθνικό και τον κοινωνικό τους χαρακτήρα. Παρ’ όλα τα χαρίσματα που διαθέτει η Κίκα Γεωργίου (κίνηση, φωνή, εμφάνιση, σκηνική άνεση), η μορφή της Στέλλας στέγνωσε, έγινε σχηματική.
«Η Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια» δεν είναι η «Αυλή των Θαυμάτων», δεν είναι ένα αριστουργηματικό κείμενο, όπου ο λόγος δημιουργεί τρισδιάστατους χαρακτήρες. Η «Μάνα» της Ιωάννας Σιαφκάλη και η «Μαρία» της Έρικας Μπεγέτη-Λύρα πλάστηκαν με πινελιές ψυχολογικού ρεαλισμού, αλλά ο σκηνοθέτης δεν τους ζήτησε να δείξουν την κοινωνική καταγωγή των ηρωίδων τους, στην επίμονη προσπάθεια να αποφύγει τα κλισέ. Στο όραμα της Μαρίας για το γαμήλιο γλέντι που δεν έγινε εμφανίζονταν εξπρεσιονιστικά στοιχεία. Ο σκηνοθέτης έχοντας αναμίξει διαφορετικούς υποκριτικούς τρόπους και στυλιστικά επίπεδα αποπροσανατόλισε το κοινό.