«Ένας κύκλος με κιμωλία» από το Θέατρο Λέξη σε σκηνοθεσία Νίκου Νικολαΐδη.
Το να διασκευάσεις τον «Κύκλο με την Κιμωλία» σε μια παραγωγή για όλη την οικογένεια, με προοπτική να αποτελέσει επιλογή για οργανωμένες παραστάσεις για σχολεία, είναι από μόνο του μια καλή ιδέα. Είναι όμως και μια επικίνδυνη ιδέα. Καταρχήν, το έργο είναι από μόνο του ένα ωραίο, διδακτικό παραμύθι με σαφείς κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, άνετα προσβάσιμο στο νεανικό ή και στο εφηβικό κοινό.
To περασμένο καλοκαίρι μετάνιωσα που δεν πήρα τον 10χρονο γιο μου στην πιο τραχιά από αυτή του Θεάτρου Λέξη παράσταση της Παράβασης Λυμπιών κι ας δέσποζε στη σκηνή μια κρεμάλα. (Είναι άλλωστε ένα… έπιπλο που ο μικρός γνωρίζει πολύ καλά από τις «εκπαιδευτικές» επισκέψεις στα Φυλακισμένα Μνήματα, από το Νηπιαγωγείο ακόμα).
Ο στοχευμένος διδακτισμός του Μπρεχτ είναι ένα ζήτημα που σηκώνει συζήτηση. Ειδικότερα εφόσον χαρακτηρίζεται και από μια παράλληλη ρέουσα αφηγηματικότητα, μια καθηλωτική εκφραστική απλότητα, μια νοηματική καθαρότητα κι αυτό το συγκρουσιακό πάντρεμα ευαισθησίας και σκληρότητας. Εδώ ο Μπρεχτ στόχευε να ζυμώσει τις πιο δύσπλαστες συνειδήσεις των ενηλίκων, είναι δυνατόν να μην ενδιαφερόταν για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών μέσω της τέχνης και του κρίσιμου κοινωνικού της ρόλου; Δεν είχε αναστολές ως προς την έννοια της διδαχής και της πραγματικής καθοδήγησης προς κάτι ευγενέστερο· ήταν μέρος της κοσμοθεωρίας του. Χωρίς, βέβαια, να έχει ύφος κατήχησης. Με το γενικότερο έργο του και με εργαλείο ένα συνοπτικό παραλληλισμό, υπονομεύει, μέσα από έναν κρυστάλλινο μαρξιστικό φακό, τους κατεστημένους θεσμούς- πυλώνες του καπιταλιστικού κόσμου και τις υποκριτικές αξίες που αυτοί προάγουν.
Η παγίδα λοιπόν για τον Νίκο Νικολαΐδη ήταν διπλή: είτε να φοβηθεί και να αμβλύνει τους υψηλούς διδακτικούς τόνους, στομώνοντας όμως τον κοινωνικό προσανατολισμό του έργου, είτε αντίθετα να υποτιμήσει την προσληπτική ικανότητα των παιδιών και να τους οξύνει, γραφικοποιώντας και μελοδραματικοποιώντας το σκηνικό αποτέλεσμα. Ευτυχώς, ο σκηνοθέτης κατάλαβε ότι έτσι δεν θα είχε κανένα νόημα να προτείνει αυτή την παράσταση. Αφενός θα έχανε το ενήλικο κοινό και αφετέρου θα ήταν σαν να πρόσφερε στα παιδιά μασημένη τροφή με το κουτάλι, χρησιμοποιώντας τεχνικές εκκλησιαστικού κηρύγματος.
Από την άλλη, όμως, η σκηνοθετική παρέμβαση κάθε άλλο παρά απαρατήρητη περνά. Ο Νικολαΐδης τονίζει τις αφηγηματικές αρετές του έργου δίνοντας έμφαση στη δραματοποιημένη αφήγηση και αξιοποιώντας τεχνικές σωματικού θεάτρου, έχοντας βέβαια και την ευχέρεια να συνεργαστεί με μια ομάδα χαρισματικών και ορεξάτων συντελεστών. Κάποιες παράταιρες φορμαλιστικές πινελιές είχαν κι αυτές τον σκοπό τους, απελευθερώνοντας τις δυνατότητες του εικαστικού και φωτιστικού μέρους της παράστασης και εμπλουτίζοντας τα εκφραστικά μέσα και τον ρυθμό.
Η παράσταση του Θεάτρου Λέξη ενσωματώνει μέρος της μουσικής του Μάνου Χατζιδάκι από την ιστορική παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, επιλογή που όπως –υποθέτω- και το 1957 δεν λειτούργησε πολύ θετικά υπέρ της περιβόητης (και παρεξηγημένης) μπρεχτικής αποστασιοποίησης, που φρονώ ότι ούτως ή άλλως στο συγκεκριμένο έργο είναι λιγότερο διακριτή. Δεν λέω ότι η μουσική, όπως οι φωτισμοί, τα σκηνικά και (λιγότερο) τα κοστούμια, φουσκώνουν ιδιαίτερα το συναίσθημα. Περισσότερο συμβάλλουν στη δημιουργία μιας συναισθηματικής «πραγματικότητας» η οποία όμως δεν σαμποτάρει τους ευγενικούς στόχους του συγγραφέα για αποσταθεροποίηση της αίσθησης του οικείου.
Ο θίασος είναι υψηλότατου επιπέδου και δεν έχω ενστάσεις για τις υποκριτικές εργασίες καθαυτές παρά μόνο για την καθοδήγηση κάποιων από τους ρόλους, όπως του Άζντακ (Δημήτρης Αντωνίου), ο οποίος ρέπει κάποιες φορές προς τη γελοιογραφική υπερβολή. Το αποτέλεσμα είναι να προκαλεί κάποιες αισθητικές ανισορροπίες και να χάνει πόντους από το συμβολικό του σφρίγος. Με ξένισε επίσης η επιλογή της χρήσης ενός μαξιλαριού στη θέση του παιδιού. Αντιλαμβάνομαι ότι τεχνικά και οπτικά ήταν ένας δύσκολος γρίφος, όμως το μαξιλάρι έχει την αύρα της «εύκολης λύσης».
Εν πάση περιπτώσει, η πρόταση του Θεάτρου Λέξη είναι λειτουργική και δουλεύει χρηστικά ως παιγνιώδες ερέθισμα για πολιτική, κοινωνική και συναισθηματική σκέψη και σίγουρα αποτελεί μια εκπαιδευτική επιλογή πολύ πιο γόνιμη από μια ολόκληρη εβδομάδα σχολικών μαθημάτων.