Τζενκ Μουτλούγιακαλι: «Η κούνια», εκδόσεις Heterotopia, 2022. 

Το μυθιστόρημα «Η κούνια» είναι το πρώτο λογοτεχνικό έργο του Τζενκ Μουτλούγιακαλι, ενός καταξιωμένου Τουρκοκύπριου δημοσιογράφου, με πολυετή πείρα στον επαγγελματικό του τομέα, αλλά και με διαχρονικούς, άρρηκτους δεσμούς με την ελληνοκυπριακή κοινότητα, ειδικά με ακτιβιστές της ειρήνης και της επανένωσης του νησιού μας.

Το έργο «Η κούνια» αποτελεί ένα αρμονικό συγκερασμό δημοσιογραφικής εντρύφησης, πολιτικής ανάλυσης αλλά και μυθιστορηματικής καταγραφής, με υπόβαθρο και βασικό αντικείμενο τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Κύπρου. Ο συναισθηματικός κόσμος μιας γυναίκας και οι δοκιμασίες στις οποίες υπόκειται πότε σε πολιτικό, πότε σε ανθρώπινο και πότε σε ερωτικό επίπεδο αποτελούν την κύρια αφηγηματική γραμμή του έργου.

Η Αλεξία, το alter ego του συγγραφέα, πρόσφυγας στη Λάρνακα από την Κερύνεια, αποκτά συναισθήματα για τον περίπου συνομήλικο γιο των χρηστών του πατρικού της σπιτιού. Υπάρχουν αυτοαναφορικά, αυτοβιογραφικά στοιχεία μεταξύ του συγγραφέα και της ηρωίδας του; Βεβαίως και υπάρχουν. Αμφότεροι είχαν στην παιδική ηλικία την εμπειρία του βίαιου εκτοπισμού από τα σπίτια στα οποία γεννήθηκαν. 

Όμως το πλέον σημαντικό δεν είναι οι κοινοί τόποι και οι ταυτίσεις μεταξύ συγγραφέα και ηρωίδας, είναι η διπλή υπέρβαση στην οποία προέβη επιτυχώς ο C.M. Ο συγγραφέας μπήκε στο πετσί του «άλλου», του «απέναντι» και όσον αφορά την κοινοτική προέλευση αλλά και όσον αφορά το φύλο. Ένας Τουρκοκύπριος λοιπόν μιλά ως Ελληνοκύπριος και την ίδια ώρα ένας άντρας μιλά ως γυναίκα. Το στοιχείο της διακοινοτικής ενσυναίσθησης, δυστυχώς για τον τόπο, σπάνια το συναντάμε, τόσο στην ε/κ όσο και στην τ/κ λογοτεχνία. Από όσα γνωρίζω από τα μεταφρασμένα έργα τους, στο πετσί της άλλης κοινότητας κατάφεραν να μπουν οι Τ/κ ποιητές Μεχμέτ Γιασίν και Γκιουρκένς Κορκμαζέλ. Στην «αντίπερα» όχθη και η Ε/κ πεζογράφος Κωνσταντία Σωτηρίου πέτυχε κάτι ανάλογο. Συνεπώς, το εγχείρημα του C.M. αποκτά ακόμα πιο μεγάλη σημασία, λόγω και της σπανιότητάς του.

Ο συγγραφέας διεισδύει με οξύνοια, επίγνωση και ευαισθησία, τόσο στη γυναικεία ψυχοσύνθεση, όσο και στην εκατέρωθεν ψυχολογία πότε του Ε/κ και πότε του Τ/κ πρόσφυγα. Διακινείται και μετακινείται συνεχώς από τον «κόσμο» των αντρών στον «κόσμο» των γυναικών. Συγκρίνει, αναλύει, αντιπαραβάλλει εκ παραλλήλου τους δύο «κόσμους» και συνάγει τα δικά του συμπεράσματα, που είναι πάντα αξιοπρόσεκτα και ουσιαστικά. Στο επίπεδο της πολιτικής υπέρβασης και της ενσυναίσθησης για τον άλλο, ο C.M. γνωρίζει με ακρίβεια τα επιχειρήματα της κάθε κοινότητας, τις επίσημες εκδοχές, τις βολικές ή άβολες αλήθειες αλλά και τις παρασιωπήσεις της κάθε πλευράς. Έτσι δεν είναι εύκολο να παρασυρθεί από εθνοσυναισθηματικούς πατριωτισμούς καμιάς πλευράς.

Ο συγγραφέας αναδεικνύει την κυπριακή πολυπολιτισμικότητα πολύμορφα, πολυεπίπεδα και πολύπλευρα: «Οι δρόμοι αυτής της χώρας είναι το κάτι άλλο. Από τη μια άκρη μπαίνεις Λουζινιανός και από την άλλη βγαίνεις Βενετσιάνος. Αναγνωρίζεις τα σπίτια των μουσουλμάνων από τις φοινικιές, των Αρμένηδων από τα πεύκα και των ορθόδοξων από τα κυπαρίσσια» (σελ.14). Είναι πασιφανές ότι η πολυπολιτισμικότητά μας προβάλλεται από το συγγραφέα ως μέγας πλούτος για το νησί.

Σε ό, τι αφορά το πολιτικό πλαίσιο του μυθιστορήματος θα ήθελα να αναφερθώ σε μια σειρά από κυπριακές παραδοξότητες, κυπριακούς παραλογισμούς, με πικρά ιλαροτραγικό υπόβαθρο, που ο συγγραφέας εντοπίζει και αναδεικνύει, με τρόπο δηκτικό και καίριο. Θα παραθέσω κάποια ενδεικτικά παραδείγματα στη συνέχεια: «Θα κτυπούσα την πόρτα του σπιτιού μου αλλά δεν θα μου άνοιγε η μάνα μου. Όποιος κι αν μου άνοιγε την πόρτα θα ήταν ο ξένος του σπιτιού μου κι εγώ ο ξένος που τον επισκεπτόταν!» (σελ.35).

Το μυθιστόρημα του C.M. δεν έχει μόνο πολιτικές, φιλοσοφικές και δημοσιογραφικές αρετές. Οι λογοτεχνικές του αρετές δεν είναι λίγες και είναι συνάμα ουσιαστικές και ουδόλως δευτερεύουσες. Είναι πρωτ΄ όλα η αυθεντικότητα, η εντιμότητα, η απλότητα και η ευθύτητα της γραφής του. Είναι η ευαισθησία, η τρυφερότητα, η αγάπη και η αφοσίωση που την διακρίνει.

Επιστρέφω όμως στην πολιτική διάσταση του βιβλίου. Ο συγγραφέας, διά της ηρωϊδας του πάντα, αντικρίζει και σκιαγραφεί το κυπριακό δράμα υπερβατικά, υπερκοινοτικά, ολιστικά. Γι’ αυτό και είναι ακριβοδίκαιος, ισομερής, χωρίς καμιά υποκειμενική απόκλιση, οποιουδήποτε χαρακτήρα: «Είχαμε μια χώρα που άνοιξε στα δύο, μια πληγωμένη χώρα. Ήταν ένας τόπος με πολλές σημαίες, πολλά σύμβολα, πολλή ρητορεία, πολλά οδοφράγματα, αλλά μισός» (σελ.152). Σχεδόν στην ολότητά της η πολιτική ανάλυση που γίνεται στο μυθιστόρημα του Cenk θυμίζει την αντίστοιχη ανάλυση που γίνεται στο δίτομο έργο του Νιαζί Κιζίλγιούρεκ «Μια ιστορία βίας και μνησικακίας» (2019). Η ιδεολογικοπολιτική θεώρηση είναι η ίδια. Το ίδιο και το αίσθημα της πίκρας και της οδύνης που αποπνέουν οι δύο προσεγγίσεις: «Για κάποιο λόγο ο καθένας ξεκινά την ιστορία από το σημείο όπου χύθηκε το δικό του αίμα. Εμείς εμμείναμε πεισματικά στις πίκρες, εκθρέψαμε την έχθρα. Κρατήσαμε κακία. Συνδαυλίσαμε τη μνησικακία» (σελ.201).

Το μυθιστόρημα «Η κούνια» από κάθε πλευρά και κάθε άποψη, σε κάθε επίπεδο και μέσα από κάθε οπτική γωνία θέασης είναι ένα ενδιαφέρον και αξιοπρόσεκτο βιβλίο. Κι αυτό κυρίως διότι είναι ένα βιβλίο για την ολική Κύπρο, μια Κύπρο που ουσιαστικά και πλήρως δεν είχαμε ποτέ και που δυστυχώς πολύ δύσκολα θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε κάποτε. Το βιβλίο του C.M ας αποτελεί μια υπόμνηση για την Κύπρο των οραμάτων μας, την ιδεατή πατρίδα που δεν ζήσαμε ποτέ.

g.frangos@cytanet.com.cy