Χρήστος Χαλικιόπουλος, «Κάτι από αυτούς», εκδόσεις Γερμανός, 2022.

Η πρώτη συγγραφική προσπάθεια του Χρήστου Χαλικιόπουλου, σε ώριμη πια ηλικία κι αφού θήτευσε αρκετά χρόνια στη δημοσιογραφική γραφή, συνιστά ένα ειδολογικό μείγμα χρονογραφικής και διηγηματογραφικής κατάθεσης. Πολλά από τα αφηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του «Κάτι απ’ αυτούς» προσομοιάζουν περισσότερο με χρονογραφήματα και άλλα τόσα προσομοιάζουν με διηγήματα.

Σε όλα δε τα κείμενα ιχνηλατείται και μια δημοσιολογική – κοινωνιολογική υφή. Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στις κατά βάση αυτοαναφορικές, αυτοβιογραφικές του αφετηρίες, προεκτείνει τη σκέψη και την ευαισθησία του στον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο, αλλά συνάμα σκιαγραφεί με επάρκεια κάθε εποχή στην οποία αναφέρεται. 

Στο βιβλίο έχουν περιληφθεί συνολικά τριανταδύο κείμενα, χωρισμένα σε πέντε υποκεφάλαια. Τα πλείστα κείμενα έχουν να κάμουν με τις ελλαδικές μνήμες του Χρ. Χ. από την παιδική, την εφηβική και φοιτητική του ηλικία. Και είναι όλα διανθισμένα με κοινωνικοπολιτικές αναφορές, κάτι που καθιστά το όλο ανάγνωσμα ενδιαφέρον και ελκυστικό. Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτα βρίσκω τα αφηγήματα που έχουν μια σπονδυλωτή αλληλοσύνδεση μεταξύ τους, καθώς το ένα απορρέει από το άλλο ή αποτελεί συνέχεια του άλλου. Όμως με διαφορετικό επίκεντρο κάθε φορά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Χρήστος Χαλικιόπουλος: Ο αναγνώστης καταλαβαίνει πότε του πουλάς φούμαρα

Από αυτή τη σειρά ξεχώρισα πιο πολύ το «Κι ύστερα σήκωσες το χέρι» (σελ. 33) που είναι το εισαγωγικό αφήγημα στο δεύτερο υποκεφάλαιο. Πρόκειται για ένα κείμενο πλήρες από κοινωνική ενσυναίσθηση, ευαισθησία και περιγραφική αρτιότητα. Συνολικά, τα τρία κείμενα του δεύτερου υποκεφαλαίου θεωρώ ότι είναι από τις καλύτερες στιγμές σε όλο το βιβλίο.

Ξεχώρισα ακόμη το διήγημα «Η Ροδάνθη» (σελ. 59) που αναφέρεται στον πρώτο παιδικό έρωτα του συγγραφέα και είναι γραμμένο με κέφι και φωτεινότητα. Θυμίζει στιγμές από καλό ποιοτικό κινηματογράφο. Προσωπικά, μου θύμισε τις κλασικές πια ταινίες του Τζουζέπε Τορνατόρε «Σινεμά ο Παράδεισος» και «Μαλένα». Η παιδική αθωότητα ντύνει με μαγεία την κάθε απόπειρα λογοτεχνικής καταγραφής.

Αλλά δεν είναι λίγες οι διακειμενικές αναφορές και από τον ίδιο τον συγγραφέα. Στο διήγημα «Την έλεγαν Μαρία, Βάσω ή Εμινέ», (σελ. 85) ίσως το πιο δυνατό και συνάμα πιο σκληρό κείμενο σε όλο το βιβλίο, ο Χρ. Χ. κάνει σαφείς αναφορές και παραλληλισμούς στα ερεθίσματα και τις επιρροές του, στις προσλαμβάνουσες παραστάσεις που έχει από τη δική του, προσωπική αισθητική υποδομή. Παραθέτω αυτούσια την ιδιαιτέρως χαρακτηριστική εισαγωγική παράγραφο στο υπό αναφορά διήγημα: «Δεν ήταν θλιμμένη πουτάνα του Μάρκες, ούτε η Τζένη Καρέζη ή η Μαίρη Χρονοπούλου στα ‘Κόκκινα Φανάρια’. Δεν ήταν η Ευδοκία του Δαμιανού. Δεν έφευγε τρελαμένη σε επαρχιακούς δρόμους, πισωκάπουλα σε μοτοσακό, κολλημένη στην πλάτη κάποιου λοχία. Δεν τραμπαλιζόταν πάνω σε γκρεμούς. Δεν έσκυβε με καυτό ξέκωλο στα παράθυρα των αυτοκινήτων στη λεωφόρο, ούτε κάτω από γέφυρες, ούτε σε κωλάδικα, με σπασμένα ελληνικά, ανάμεσα σε καπνούς και πεινασμένο αντριλίκι». (σελ. 85)

Ίσως το πιο κοινωνικοκεντρικό διήγημα στο βιβλίο να είναι το «Χάρτινη μοναξιά». (σελ. 99) Εδώ ζωγραφίζεται, με ιδιαίτερα ρεαλιστικά και εκφραστικά χρώματα, η οικονομική κρίση που μαστίζει την εποχή μας, η εργασιακή ανασφάλεια και η αγωνία του κόσμου της μισθωτής εργασίας. Ο συγγραφέας γίνεται ωμός, κυνικός και είρωνας: «Σκέφτεται τον μισθό του. Λιγότερα από 500 το μήνα. Για την ακρίβεια 480. Αν του έδιναν πεντακοσάρικο, θα έπρεπε να τους επιστρέψει πίσω είκοσι ευρώ. Αυτό που λένε ‘μερικής απασχόλησης’ σε πολυκατάστημα. Ούτε άνεργος ούτε και κανονικός εργαζόμενος. Ισορροπεί κάπου ανάμεσα. Σαν σχοινοβάτης κι η αγορά εργασίας τσίρκο. Ζούγκλα». (σελ. 102)

Τα πιο πρόσφατα αφηγήματα του Χρ. Χ. έχουν ως αφετηρία την ειδησεογραφική επικαιρότητα, που ενεργοποιείται θεματικά μέσα από το δημοσιογραφικό του αισθητήριο.

Θα ήθελα όμως να σταθώ και στα πιο κυπροκεντρικά διηγήματα του βιβλίου. Στο «Γαμήλια δεξίωση» (σελ. 137) ασκείται, έξυπνα, ευρηματικά και ειρωνικά, κριτική στην κυπριακή κοινωνία, στην επιδειξιμανία της, την υποκρισία της, τον αρχοντοχωριατισμό και τις υπερβολές της. Ο συγγραφέας μιμείται επιτυχώς την ψυχοσύνθεση και τη νοοτροπία του μέσου Κύπριου, με την κουτσομπολίστικη και κακεντρεχή διάθεση που πρυτανεύει.

Αναλόγου υφής είναι και το διήγημα «Μια ελεγεία για τη Σούλα» (σελ.141) που αποτελεί μια κοινωνιολογική σπουδή στον κόσμο των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης και στις συμπεριφορές που αναπτύσσονται σε αυτά, συμπεριφορές που χρήζουν ψόγου. Και αυτό πράττει ο συγγραφέας: «Ο φακός είναι το ποτιστήρι της φιλαρέσκειάς της. Η Σούλα είναι κομμάτια καθρέφτες που καθρεφτίζουν τη Σούλα». (σελ. 141) Και λίγο παρακάτω προσθέτει: «Είναι ακούραστη εργάτρια του ναρκισσισμού, μια σταχανοβίτισσα αφοσιωμένη στο φακό και τους θαυμαστές της». (σελ. 143)

Το τελευταίο διήγημα της συλλογής “Optima” (σελ. 151) που είναι και το πιο εκτενές στο βιβλίο, έχει μεγαλύτερες αισθητικές αξιώσεις από όλα όσα προηγήθηκαν. Στις 14 σελίδες του αξιοποιείται η επιστημονική φαντασία, αλλά το υπόστρωμα παραμένει κοινωνικό. Στο επίκεντρο της προσοχής του συγγραφέα παραμένει η αλλοτρίωση, η φθορά και η θλίψη της εποχής μας. Είμαι βέβαιος ότι ο Χρ. Χ. έχει χρόνια που αποπειράται να εκφραστεί λογοτεχνικά, έστω κι αν μόλις τώρα καταγράφεται η πρώτη εκδοτική του εμφάνιση. Και είμαι σίγουρος ότι θα επανέλθει, ίσως την επόμενη φορά με ακόμα μεγαλύτερες απαιτήσεις από τον ίδιο του τον εαυτό. Το λογοτεχνικό εργαλείο που λέγεται «κόσκινο» μπορεί να αξιοποιηθεί καλύτερα. Κάποια, ελάχιστα, άνισα κείμενα, ίσως είναι καλύτερα να αποβάλλονται παρά να περιλαμβάνονται…

g.frangos@cytanet.com.cy