«Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη από το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας. 

Αν ο κινηματογράφος του Γιάννη Οικονομίδη είναι μια προσομοίωση της πραγματικότητας, μια «φέτα αληθινής ζωής», το θέατρό του αποδεικνύεται δριμύτερο, αμεσότερο, στα όρια του αφόρητου. Και συνεπώς νοσηρά γοητευτικό. Είναι ένα διαπεραστικό βίωμα, μια πρωτόγνωρη εμπειρία που δεν στοχεύει στη συγκίνηση και την κάθαρση, αλλά σ’ ένα εντατικό ταρακούνημα. Δεν είναι υπόκριση, δεν είναι μίμηση πράξεως, είναι ό,τι πιο κοντινότερο στην ίδια την πράξη. Ένας επαναστατικός παραστατικός «φωτορεαλισμός», η πιστότητα του οποίου είναι τόσο απόλυτη που κονιορτοποιεί τις συμβάσεις και χτίζει τον θεατή ΜΕΣΑ στον τέταρτο τοίχο.

Για την ακρίβεια, στο «Στέλλα κοιμήσου», περισσότερο από θεατής είσαι παρατηρητής, ένας σιωπηλός αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Σχεδόν αισθάνεσαι την αμηχανία και την ψυχική πνιγμονή ενός αποσβολωμένου παιδιού, που από απόσταση αναπνοής βιώνει ένα κρούσμα ενδοοικογενειακής βίας.

Σίγουρα δεν είναι μια εμπειρία για όλα τα στομάχια. Η παράσταση σε γραπώνει απ’ το λαιμό απ’ τη στιγμή που εισέρχεσαι στον προσωπικό χώρο της οικογένειας Γερακάρη –η δράση ήδη συμβαίνει πριν βρεις το κάθισμά σου- και δεν σε αφήνει ούτε μετά το χειροκρότημα. Όλα συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο, με αληθοφανή γλώσσα και κίνηση. Ο αδυσώπητος Οικονομίδης δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Δεν δίνει δεκάρα για τα κρυμμένα επίπεδα και τα μηνύματα που θα πρέπει να αποκωδικοποιήσει ο μουδιασμένος θεατής.

Προκύπτει, βέβαια, το εξής ερώτημα: γιατί να θέλει κάποιος να παρακολουθήσει ένα τέτοιο ψυχοφθόρο θέαμα; Ο ίδιος θα απαντούσε ότι η αλήθεια και η συνειδητοποίηση έχουν πάντα ευεργετικές ιδιότητες. Είναι ένας αφυπνιστικός συναγερμός με βαθιές κοινωνιολογικές και πολιτικές προεκτάσεις. Το σκάψιμο αρχίζει αρκετά μετά το τέλος. Εκεί που η ένταση αρχίζει πια να υποχωρεί και συνειδητοποιείς ότι στην ουσία κάποιος τράβηξε το πέπλο και μας έτριψε στα μούτρα στραβά κι ανάποδα, παθογένειες και κακοφορμισμένες πληγές της νεοελληνικής κοινωνίας και του βασικού της κυττάρου: της «αγίας οικογένειας», ως πεδίου περιχαράκωσης της συλλογικότητας, αλλά και ως μικρογραφία του νοσηρού συνόλου. Χωρίς στρογγυλέματα, χωρίς την άχρηστη πέτσα της πολιτικής ορθότητας, χωρίς συμβιβασμούς. Και το κυριότερο: χωρίς δικαιολογίες.

Αυτό ήταν πάντα το κύριο χαρακτηριστικό, αλλά και μεγάλο ατού του Οικονομίδη. Το γεγονός ότι είναι Κύπριος, μέτοικος στην Ελλάδα, τον βοήθησε να κρατά μια ικανή απόσταση ώστε να βρίσκει το περιθώριο να εξαντλεί ποιητική αδεία όλη του την καλλιτεχνική «αυστηρότητα». Η βία, εκτός από μαμή της ιστορίας είναι και μαμή της τέχνης. Στην περίπτωσή του αυτό είναι εξόχως απελευθερωτικό και τον μεταμορφώνει σε οδοστρωτήρα έτοιμο να ισοπεδώσει κάθε καθωσπρεπιστικό πρόσχημα. 

Η ωμή βία, ως απότοκο μιας καταναγκαστικής εξουσίας, δεν είναι ένα ζήτημα που αφορά θεσμούς και μηχανισμούς, το αναπάντεχο, ή το σχέση του ενός με το σύνολο. Έχει τις ρίζες της στο σύστημα των κοινωνικών σχέσεων και διαδράσεων. Σύμφωνα με τη μαρξιστική θεώρηση, μέσα στις εξουσιαστικές οικογενειακές σχέσεις που απορρέουν σε μεγάλο βαθμό από την ανθρώπινη φύση, ανακλάται συχνά η ανώτερη μορφή ολοκληρωτισμού. Ακριβώς επειδή η επιβολή δεν γνωρίζει φραγμούς ψυχολογικής και φυσικής βίας.

Ο κυνισμός και η υστερία είναι κυρίαρχα χαρακτηριστικά στην ελληνική καθημερινότητα. Ατομικά και συμπληρωματικά, οι ήρωες μεταβολίζουν τη σαπίλα υπαρκτών καταστάσεων. Έννοιες όπως ο έρωτας, οι ηθικές αρχές και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον μοιάζουν με πεταλούδες που πεταρίζουν ανέμελες μέσα σε κρατήρα ενεργού ηφαιστείου. «Εδώ έχουμε πόλεμο, μωρή. Τι αγάπησες;» διερωτάται στην παράσταση κι ο «πάτερ φαμίλιας» του Στάθη Σταμουλακάτου.

Ο Οικονομίδης επίτηδες μειώνει τη σημασία της μουσικής, των φωτισμών και του σκηνικού, το οποίο άλλωστε αν κρίνω από τις φωτογραφίες του Εθνικού, στην Κύπρο το είδαμε αρκετά διαφοροποιημένο. Αποφεύγει γενικά οτιδήποτε μπορεί να ενθυμήσει στον θεατή ότι όσα βλέπει δεν συμβαίνουν στ’ αλήθεια. Το κείμενο και οι εμμονικά ομοιαλήθεις ερμηνείες επαρκούν για να αποκαλύψουν περίτεχνα και διακριτικά τις καταβολές, τις προθέσεις και τις αντιφάσεις ενός εκάστου των χαρακτήρων, αλλά και το σαθρό πλέγμα των μεταξύ τους συσχετισμών.