Το «Τίμημα» του Άρθουρ Μίλερ σε σκηνοθεσία Άδωνη Φλωρίδη στο Θέατρο Versus.
Το «Τίμημα» του Άρθουρ Μίλερ είναι ένα υπέροχο έργο. Περιέχει όλα τα ακριβά και σπάνια συστατικά ενός παλιάς κοπής αριστουργήματος, αλλά και μια αινιγματική σεμνότητα που το κρατά στην πίσω θέση της «βιτρίνας». Το τίμημα του τίτλου είναι αυτό που πληρώνουμε πάντα όταν παίρνουμε τις μεγάλες αποφάσεις, όταν καλούμαστε σε κρίσιμες φάσεις της ζωής να κάνουμε καθοριστικές επιλογές.
Το πρώτο στοιχείο που διαπίστωσα παρακολουθώντας την παράσταση του Θεάτρου Versus που σκηνοθετεί ο Άδωνις Φλωρίδης, είναι το γεγονός ότι δεν χρειάζεται να αφαιρέσει κανείς ούτε κόκκο από τη σκόνη του χρόνου που έχει αναπόφευκτα κατακαθίσει στην επιφάνεια, για να γονιμοποιήσει τους συλλογισμούς του με τις ευεργετικές επενέργειες της δραματουργίας του Μίλερ. Αντίθετα, η σκόνη μοιάζει περισσότερο με προσροφημένη γύρη, με την αφορμή μιας αναπόφευκτης επικονίασης. Καθιστά καρπερό και πρόσφορο το έδαφος για να απελευθερωθούν τα χημικά σινιάλα που καθιστούν τη θεατρική πράξη εμπειρία επικοινωνίας και αναστοχασμού.
Είναι εμφανή τα σημάδια που προδίδουν την αδυναμία που είχε ο συγγραφέας στο συγκεκριμένο έργο, το μόνο που αποφάσισε να σκηνοθετήσει ο ίδιος. Είναι διακριτικά στυφό στη γεύση και χτισμένο ανάσα- ανάσα με διαλόγους που γεμίζουν το στόμα. Ακάματος ηθικολόγος, εχέφρων διανοητής, ταπεινός εμποράκος ανθρωπινότητας και αφοσιωμένος καλλιεργητής ενσυναίσθησης, ο Μίλερ ενέκυψε στη γραφή του «Τιμήματος» με ιδιαίτερη προσήλωση, επιστρατεύοντας όλη του τη μαστοριά για να αναδείξει τις βαθύτερες αιτίες που δικαιολογούν και τη (φαινομενικά) πιο εγωιστική συμπεριφορά.
Η Μεγάλη Ύφεση του ‘29, σημείο καμπής στην πλοκή, είναι ένα θυελλώδες ιστορικό γεγονός που μαζί με τη ζωή εκατομμυρίων οικογενειών επηρέασε καθοριστικά, από οικονομικής και ηθικής απόψεως, και τη δική του. Ο συγγραφέας πατάει πάνω σε αυτοβιογραφικά γεγονότα που καθόρισαν τον κόσμο του, όπως η χρεοκοπία του πατέρα του, αλλά και το μεγάλο χρέος προς τον αδερφό του που ανέλαβε να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια, επιτρέποντας στον ίδιο να σπουδάσει και να γίνει αυτός που έγινε.
Κι όμως, ένα τόσο προσωπικό κείμενο, η υπόθεση του οποίου αφορά μια αλλοτινή εποχή, καταφέρνει περίτεχνα μαζί με μια αίσθηση νοσταλγίας και ιστορικότητας να διατηρεί αναλλοίωτα επίκαιρα τα μηνύματά του. Είναι ένας διαχρονικός θρήνος για τις διαψευσμένες ελπίδες και τον χαμένο χρόνο, για τον εγκλωβισμό του παρόντος από τις αποφάσεις του παρελθόντος, για τον τρόπο που η επιτακτικότητα του βίου διαβρώνει όνειρα, προσδοκίες, συναισθήματα, προτεραιότητες. Αξίες που δεν είναι ανταλλάξιμες, ούτε στον υλιστικό μας κόσμο. Είναι η διαμόρφωση ενός κόσμου ολοένα και πιο παράλογου, όπου το δίκιο του καθενός συγκρούεται με το δίκιο του άλλου, ενεργοποιώντας ένα ψυχοκοινωνικό πλέγμα αδιεξόδων.
Η κύρια δράση έχει ήδη συμβεί στο παρελθόν και αποκαλύπτεται σταδιακά. Η συνάντηση στο κατασκονισμένο και υπό κατάρρευση πατρικό δεκαετίες μετά, είναι απλώς το έναυσμα για ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών και μια καίρια αναμέτρηση του καθενός πρώτιστα με τον ίδιο του τον εαυτό. Όπως συμβαίνει στη ζωή, το λυτρωτικό ξεκαθάρισμα δεν επισυμβαίνει. Τα κομμάτια δεν κουμπώνουν καλά στη θέση τους, διότι για τον καθένα οι προδιαγραφές είναι εντελώς διαφορετικές.
Ο Άδωνις Φλωρίδης αφήνει χώρο στο κείμενο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παριστάνει τον «τροχονόμο ατακών». Εξασφάλισε ρυθμό, ισορροπία και καθοδήγησε σωστά τους ηθοποιούς. Δεν ξέρω αν ήταν συνειδητή παρέμβαση, εντούτοις διέκρινα μια αντιστροφή. Στο έργο του Μίλερ ηλικιακά μικρότερος είναι ο Βίκτωρ (Μηνάς Τίγκιλης), ο φιλότιμος και ευσυνείδητος αδερφός που πληρώνει το τίμημα της απόφασης να σταθεί στον πατέρα του χαραμίζοντας τη ζωή του. Στην παράσταση του Versus ηλικιακά νεαρότερος φαίνεται σαφώς ο πιο κυνικός Γουόλτερ (Λουκάς Ζήκος), που αποφάσισε να κυνηγήσει τα όνειρά του. Ουδόλως βέβαια αυτό επηρεάζει τις ισορροπίες της πλοκής.
Η σύζυγος του Βίκτωρ, Έστερ (Μέλανη Στέλιου) είναι ο καταλύτης σ’ αυτή την ισορροπία ενώ ο υπέργηρος, αναιδής Εβραίος παλαιοπώλης Γκρέγκορι Σόλομον, ερμηνευμένος με μπρίο από τον Ευτύχιο Πουλλαΐδη, πέραν της κωμικής ανακούφισης προσφέρει στο σχήμα την απαραίτητη γείωση, μέσω της συνειδητοποίησης του βάρους της τραγωδίας της ζωής.