«Σαν ρόδο και σαν αίνιγμα» του Άκη Δήμου στο Θέατρο Δέντρο.
Ο μονόλογος του Άκη Δήμου «Σαν Ρόδο και σαν Αίνιγμα», γραμμένος το 2015, ανεβαίνει για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή. Όπως διάβασα στη συνέντευξη της Στέλας Φυρογένη στο «Φιλgood», ο συγγραφέας προόριζε το κείμενο γι’ αυτήν και της το πρότεινε. Και να που το έργο ανεβαίνει στο Θέατρο Δέντρο σε σκηνοθεσία και με πρωταγωνίστρια την ίδια.
Αν ήταν δυνατό να απομονώσουμε τις λέξεις του κειμένου απ’ όλες τις άλλες πτυχές της παράστασης, τις λέξεις και όχι τον ερμηνευμένο λόγο, ο μονόλογος θα έμοιαζε μ’ ένα φόρεμα σε κρεμάστρα που δεν υπόσχεται πολλά. Είναι η γραφή του Άκη Δήμου κάπως αραιή και αόριστη, που από τον καιρό του «…και Ιουλιέττα» μού προκαλούσε την επιθυμία να ζητήσω διευκρινίσεις από τον συγγραφέα, είναι ο τρόπος του ν’ αρχίζει και να μην τελειώνει θέματα και μοτίβα.
Όμως αυτό το κειμενικό ένδυμα με αραιή ύφανση και αδιευκρίνιστο σχήμα μετατράπηκε σε δημιουργία υψηλής ερμηνευτικής τέχνης, όταν το φόρεσε η Στέλα. Και τα αδιευκρίνιστα έγιναν μυστηριώδη και τα ανολοκλήρωτα έγιναν ποιητικά και ανάλαφρα. Και το πορτρέτο της Αν Χάθαγουεϊ, της συζύγου του Σαίξπηρ φτιάχτηκε όχι τόσο απ’ αυτά που γράφτηκαν, όσα από το γέλιο, από το τίναγμα μαλλιών, από την κίνηση στην κούνια, στη σκάλα, σ’ όλο τον χώρο, από τη φωνή στον λόγο και στο τραγούδι, από τη μουσική, από τα ταραγμένα κλαδιά δένδρων των προβολών, από το παιχνίδι μεταξύ του φωτισμού και της φιγούρας της ηθοποιού.
Οι ελάχιστες πληροφορίες για την ιστορική μορφή της Αν Χάθαγουεϊ επιτρέπουν μεγάλη ελευθερία στην προσπάθεια της μορφοποίησής τους σε μια ανθρώπινη φιγούρα. Ο συγγραφέας αλλά και η σκηνοθέτιδα / ερμηνεύτρια δεν έχουν θέσει στόχο ούτε να ανακαλέσουν την ιστορική εποχή, ούτε να χρησιμοποιήσουν την ηρωίδα τους για να αναπληρώσουν με επιπρόσθετα στοιχεία τη μορφή του Σαίξπηρ. Η Αν της παράστασης δεν είναι ετερόφωτη, αντιθέτως παλεύει για το δικαίωμα να είναι αυτόφωτη. Ο μόνος τρόπος να συμβεί αυτό είναι το πλάσιμο μιας ερμηνευτικά ολοκληρωμένης, οργανικής μορφής στο πλαίσιο μιας παράστασης τα συστατικά της οποίας να συνθέτουν ένα αρμονικό και ισοζυγισμένο σύνολο.
Θεωρώ ότι οι συνεργάτες της Στέλας Φυρογένη τής πρόσφεραν πολύτιμη βοήθεια. Οι φωτισμοί του Χρίστου Γωγάκη δημιουργούσαν μια πατίνα του χρόνου, μια αίσθηση μισοειπωμένου. Επικεντρώνονταν τη μια στο πρόσωπο και την άλλη σ’ ολόκληρη τη φιγούρα αναδεικνύοντας τη μοναδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, την οποία πάει να καταπιεί το σκοτάδι της λήθης. Τα ωραία βίντεο της Νικολέτας Καλαθά συντονίζονταν με τον ρυθμό της μουσικής και της ψυχικής κατάστασης της ηρωίδας και –κάτι πολύ σημαντικό σ’ αυτή τη συγκεκριμένη παράσταση-ενδυναμώνουν τη γοητεία του συνόλου.
Και θεωρώ τη «γοητεία» λέξη-κλειδί για την παραγωγή, το βασικό ζητούμενο, αλλά και το κύριο επιτευγμένο χαρακτηριστικό της παράστασης. Ο συνδημιουργός της παράστασης Κλέων Αντωνίου, ο συνθέτης και ο επί σκηνής εκτελεστής της πρωτότυπης μουσικής δεν μελοποιεί την εποχή, ούτε το ελάχιστο της πλοκής με την Αν Χάθαγουεϊ να ξενυχτά τον ετοιμοθάνατο σύζυγό της, μελοποιεί τη… γοητεία.
Δεν περιγράφω μια ερμηνευτική πασαρέλα από τη Στέλα Φυρογένη. Η Φυρογένη δημιούργησε μια δυνατή μορφή μιας γυναίκας ανεξάρτητης, η οποία προτάσσει τη ζωή στο θάνατο. Και έχοντάς την ως επίκεντρο έστησε γύρω της μια παράσταση αισθητικά ενιαία και με μέρη αρμονικά συνταιριασμένα. Εύχομαι η παραγωγή να αντέξει τη δύσκολη αποκριάτικη περίοδο και να βρει το κοινό που της αξίζει.