«Πνεύμονες» του Ντάνκαν Μακμίλαν σε σκηνοθεσία Μαρίας Ιόλης Καρολίδου.

Σε τι κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας; Το ρητορικό αυτό ερώτημα, που ακούγεται σαν μπλουζ μουσική φράση, έμεινε παροιμιώδες στην ποπ ελληνική καθημερινότητα από μια λαϊκότατη τηλεοπτική στιχομυθία μεταξύ του Νίκου Ευαγγελάτου και του Νίκου Τσιαμτσίκα. Εννοείται όμως πως όταν το θέσουμε σε συγκεκριμένη συγκυρία και υπό συγκεκριμένες συνθήκες στον εαυτό μας ή τον άνθρωπο με τον οποίο σχεδιάζουμε να μοιραστούμε τη ζωή μας, εκτός από ένα παιχνίδι υποφοράς- ανθυποφοράς δύναται να πυροδοτήσει μια υπαρξιακή κρίση και να μας ταρακουνήσει μπροστά στη συνειδητοποίηση των μεγάλων ευθυνών.

Αυτό είναι το αφηγηματικό πρόσχημα που πυροδοτεί τη μεγάλη έκρηξη, η οποία δημιουργεί από το μηδέν το σύμπαν του έργου του Ντάνκαν Μακμίλαν «Πνεύμονες». Το ερώτημα, βέβαια, που έχει τεθεί ακριβώς πριν αρχίσει το έργο είναι άλλο: γιατί δεν κάνουμε ένα παιδί; Κι εκεί αρχίζουν οι νευρωτικές υπεραναλύσεις.

Παρακολουθώντας την παράσταση της ομάδας της Μαρίας Ιόλης Καρολίδου στο Space, είχα την αίσθηση ότι ο ΜακΜίλαν ρευστοποιεί το χωροχρονικό συνεχές. Τεχνικά, δίνει οδηγίες για έναν άδειο χώρο, χωρίς σκηνικά αντικείμενα και με ελάχιστες παρεμβάσεις, ζητά αμεσότητα στη γλώσσα και τους διαλόγους και εν τέλει συμπιέζει την πλοκή σε μια ενιαία και αδιάκοπη γραμμή. Όλες οι αλλαγές χώρου και χρόνου είναι σχεδόν ανεπαίσθητες και η διαδοχή των γεγονότων ταυτίζεται με την αλληλουχία των συλλογισμών. Έτσι, μια ιστορία που διαρκεί μια ολόκληρη ζωή «φοριέται» σε συσκευασία μονόπρακτου. Ενδιαφέρουσα ιδέα. Και ενδιαφέρουσα πράξη. 

Το γοητευτικό με το συγκεκριμένο, βαθιά σύγχρονο, έργο είναι ότι βρίσκει τρόπο να αντικατοπτρίσει τα μεγάλα προβλήματα της εποχής, μαζί με τους μεγάλους προβληματισμούς. Παράλληλα, με ωμό και βάναυσο τρόπο δίνει φωνή σε μια γενιά νέων σκεπτόμενων μεσοαστών, ανθρώπων με σπουδές και όνειρα, που αντί να πιάσουν τη ζωή από τα μαλλιά, αποδεικνύονται επιρρεπείς σε παιδισμούς κι έχουν μάθει να ζουν πελαγωμένοι στη σκιά της αβεβαιότητας.

Άνθρωποι με τις κεραίες προτεταμένες, ανοιχτόμυαλοι και ευαίσθητοι σε κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, με πολιτικό κριτήριο, αισθάνονται –και ίσως είναι- ανώριμοι και ανέτοιμοι να αναλάβουν την ευθύνη της ανατροφής ενός παιδιού. Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει. Και πέρα από την απαιτούμενη οικονομική και συναισθηματική στήριξη που καλούνται να εξασφαλίσουν, έχουν να αναλογιστούν τον υπερπληθυσμό της γης, την επιταχυνόμενη υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, την αχαλίνωτη τεχνολογική ανάπτυξη. Σ’ αυτόν τον κυκεώνα αρνητικών σκέψεων, ένα μικρό αθώο βρέφος ισούται με 10 χιλιάδες τόνους διοξειδίου του άνθρακα και μετατρέπεται σε μια δυνητική οικολογική βόμβα.

Και μέσα σ’ όλα αυτά, έχουμε να σκεφτούμε ότι ζούμε σε έναν κόσμο όπου προελαύνουν ο καταναλωτισμός, η κερδοσκοπία, η εκβιομηχάνιση. Όχι ακριβώς και ο παράδεισος. Ο κόσμος αμετάκλητα πάει κατά διαόλου. Έτσι, ο ΜακΜίλαν βάζει τους ήρωές του να φαντάζονται το θεριό της καταστροφής του πλανήτη να μουγκρίζει πάνω από το κεφαλάκι ενός αγέννητου βρέφους. Αναπτύσσεται έτσι ένας αδυσώπητος διάλογος από παράλληλα «εγώ», που προσδοκούν να χωρέσουν μέσα στα «θέλω» του άλλου. Ωστόσο, βραχυκυκλώνουν από την εγγύτητα και την οικειότητα της σχέσης και εξωτερικεύουν με επιθετικότητα λογισμούς, ανασφάλειες και ανησυχίες, σαν να σκέφτονται φωναχτά.

Γιατί, όμως, «Πνεύμονες»; Ίσως γιατί η αναπνοή παραμένει το πρωταρχικό πρόβλημα. Και το έργο μιλά ακριβώς για τη ζωτικής σημασίας ανάγκη να γεμίσουμε με αέρα τις κυψελίδες μας, να οξυγονώσουμε την ύπαρξή μας μέσα σε μια πνιγηρή πραγματικότητα, που την κάνει ακόμη πιο πνιγηρή η ίδια της η συνειδητοποίηση.

Η Μαρία Ιόλη Καρολίδου επέλεξε να οριοθετήσει τον σκηνικό χώρο γεμίζοντάς τον με αμέτρητους κόκκους διογκωμένης πολυστερίνης. Με τον τρόπο αυτό αντιπαραβάλλει στους προβληματισμούς των ηρώων τις ιδιότητες της ελαφρότητας, της αντοχής στον χρόνο και τις συνθήκες, της απορρόφησης κραδασμών, αλλά και της αθωότητας που αποπνέει το λευκό. Πέτυχε απόλυτα στη διανομή, καθοδηγώντας δύο ηθοποιούς που αντεπεξέρχονται περίφημα σ’ ένα σκληρό πινγκ πονγκ συναισθημάτων.