«Η νύχτα της ιγκουάνα» του Τένεσι Ουίλιαμς σε σκηνοθεσία Ανθούλλη Δημοσθένους, στην ΕΘΑΛ.
Πήγα με μεγάλη αδημονία στη Λεμεσό για να παρακολουθήσω την παράσταση της ΕΘΑΛ με το έργο του Τένεσι Ουίλιαμς «Η νύχτα της ιγκουάνα». Ήταν η πρώτη φορά που είχαμε την ευκαιρία να δούμε στην Κύπρο αυτό το «κρυμμένο» μεταιχμιακό αριστούργημα του κορυφαίου Αμερικανού συγγραφέα. Γενικότερα είναι ένα έργο που ανέβηκε ελάχιστες φορές στα ελληνικά, από το 1964 που το πρότεινε για πρώτη φορά ο Κάρολος Κουν σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη. Στην παράσταση εκείνη, μάλιστα, συμμετείχαν και οι Τζένη Γαϊτανοπούλου, Δέσποινα Μπεμπεδέλη, Στέλιος Καυκαρίδης και Νίκος Χαραλάμπους.
Γραμμένο το 1961, το έργο αποτέλεσε την τελευταία μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία του Ουίλιαμς κλείνοντας την περίοδο δόξας, που άνοιξε το 1944 με τον «Γυάλινο Κόσμο». Επίσης, θεωρείται από τα δυσκολότερα της εργογραφίας του. Όχι μόνο για τους καλλιτέχνες αλλά και για τους θεατές. Εντούτοις, αποτελεί το τέλειο παράδειγμα του σύμπαντος του μείζονος δραματουργού, συνοψίζοντας ουσιαστικά όλη τη θεματολογία και τους προβληματισμούς του. Ο Ουίλιαμς εξερευνά μια ήδη χαρτογραφημένη περιοχή από παλιότερες φιλοσοφικές του αναζητήσεις. Πηγαίνει και πάλι πολύ βαθιά, αγγίζοντας γιγαντιαία θέματα και ανατέμνοντας όσο ελάχιστοι την ανθρώπινη συνθήκη.
Την αδημονία μου ενίσχυε η σκέψη ότι την παράσταση σκηνοθετεί ο Ανθούλλης Δημοσθένους, θεατρολόγος και σκηνοθέτης που έχει μια σχεδόν εμμονική σχέση με το έργο του Τένεσι Ουίλιαμς. Μάλιστα, όλες οι προηγούμενες σκηνοθετικές του απόπειρες, πειραματικού χαρακτήρα, αφορούσαν έργα του ή τον ίδιο. Παράλληλα, έχει εκδώσει το αγγλόφωνο βιβλίο «Saint Tennessee Williams on stage» το τρίτο και τελευταίο μέρος του οποίου αφορά την υπό κατασκευή παράσταση του συγκεκριμένου έργου.
Η έντονη γεύση και αίσθηση λάσπης που είχα στο στόμα και τα ρουθούνια πηγαίνοντας να παρακολουθήσω την παράσταση, λόγω της σκόνης, πίστευα ότι ενδεχομένως θα συνέβαλλε στη ρεαλιστικότερη πρόσληψη των συνθηκών της υπόθεσης, που διαδραματίζεται σε μια ζεστή και υγρή απομακρυσμένη ακτή του Μεξικού. Την προοπτική αυτή την εγκατέλειψα πριν προλάβω να μπω στο κτήριο, αφού στο χώρο εκλύεται μια έντονη μυρωδιά θυμιατού, φανερώνοντας τις προθέσεις ενός σκηνοθέτη που έχει εντρυφήσει στη μεταφυσική και τα θρησκευτικά σύμβολα στο συνολικό έργο του Ουίλιαμς.
Η όσφρηση συνδέεται με τη μνήμη όσο καμιά άλλη από τις αισθήσεις μας κι έτσι θυμήθηκα το πάντρεμα του λόγου του συγγραφέα, με δομές και παραμέτρους του θρησκευτικού δράματος, που επιχείρησε σε προηγούμενες δουλειές ο Δημοσθένους. Και πράγματι περί αυτού πρόκειται. Ο σκηνοθέτης όχι απλώς αδιαφορεί για τη ρεαλιστική σύμβαση, αλλά θαρρείς ότι σχεδόν την περιφρονεί. Είναι αποφασισμένος ακόμη και στην πρώτη του ουσιαστικά συνεργασία με μεγάλο επαγγελματικό θίασο να μείνει απόλυτα αφοσιωμένος στη γραμμή της δικής του έρευνας.
Σε αντίθεση με τη μάλλον επιβλητική μουσική και τους νευρικούς φωτισμούς, οι οδηγίες του προς τον σκηνογράφο Γιώργο Γιάννου αφορούσαν ένα περιβάλλον αποστειρωμένο, απογυμνωμένο από αντικείμενα, με εξαίρεση τα σύμβολα των παθών του κεντρικού ήρωα, του αποσχηματισμένου ιερέα Λόρενς Σάνον. Η αιώρα μετατράπηκε στη σχάρα όπου μαρτύρησε ο Άγιος Λαυρέντιος. Και το ιγκουάνα, εκτός από τον ήχο των οιμωγών του, εμφανίστηκε μόνο με βυζαντινά στοιχεία, ως αρχέτυπο σύμβολο του δρακοντόμορφου Κακού. Το κολασμένο μεξικανικό τοπίο είναι απόλυτα εσωτερικό, ο ψυχολογικός καθρέφτης του πρωταγωνιστή, ο οποίος κατατρύχεται από τις ίδιες του τις καταπιεσμένες παρορμήσεις.
Οι ηθοποιοί, προεξάρχοντος του Βαλάντη Φράγκου, αποδίδουν κι αυτοί μια αλληγορική διάσταση στην ερμηνεία τους και οι άκαμπτες μορφές τους μοιάζουν χαμένες στο μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου ή μεταξύ πτώσης και ανάληψης.
Ο Ανθούλλης Δησμοσθένους δεν μπορεί να αντισταθεί στη δική του παρόρμηση να υπερτονίσει τους θρησκευτικούς συμβολισμούς, στηρίζοντας πάνω τους όλη τη δημιουργική διαδικασία και καταστώντας τους εν τέλει εκκωφαντικούς. Ομολογώ ότι συχνά ένιωθα αδιάβαστος και «λαχάνιαζα» πνευματικά ακολουθώντας αυτή την αποφασιστική τυποποιία. Υπήρχαν στιγμές που ξεχώριζα ανάγλυφα τα χαρακτηριστικά μοτίβα και θέματα της ουιλιαμσιανής δραματουργίας: αισθησιασμός και απόγνωση, πόθος και δυσλειτουργία. Όμως έχανα το συνέπαρμα της πλοκής.