«Το πέπλο της Πιερέττας» του Άρτουρ Σνίτσλερ, σε σκηνοθεσία Αλεξάντερ Ίλιεφ στο Θέατρο Σκάλα.
Το πεδίο όπου συναντάται ο θεατής με το θέαμα είναι εξαιρετικά πολύπλοκο. Και οι επιλογές που έχει μπροστά του ένας καλλιτέχνης ή ένας καλλιτεχνικός οργανισμός προκειμένου να συναντήσει τον παραλήπτη του σκηνικού μηνύματος πολλές και σύνθετες. Το Θέατρο Σκάλα αναζητεί τους κραδασμούς του θεατρικού διαλόγου κατά κανόνα πάνω σε μια μάλλον συντηρητική και συγκρατημένη ρεπερτοριακή και καλλιτεχνική γραμμή. Και είναι παράδοξο ότι η πιο τολμηρή παραγωγή του τα τελευταία χρόνια κάνει μια βουτιά στην παράδοση της τέχνης και της λαϊκότητας του θεάτρου.
Το θέατρο της Λάρνακας προτείνει τη μελοδραματική παντομίμα του Αυστριακού συγγραφέα Άρτουρ Σνίτσλερ «Το Πέπλο της Πιερέττας» σε στυλ Kομέντια ντελ Άρτε. Είναι μια παραγωγή στην οποία επενδύει πολλά από καλλιτεχνικής απόψεως κι όχι μόνο, καθώς είναι αυτή που συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ποσοστό απ’ όλες τις αιτήσεις του για επιχορήγηση το 2018. Και την εμπιστεύτηκε σ’ ένα σκηνοθέτη με τεράστια εμπειρία και πολυετή παρουσία πάνω στο είδος, τον Βούλγαρο καθηγητή Αλεξάντερ Ίλιεφ. Ο Ίλιεφ είναι ένας ερευνητής του θεάτρου με όρους ανθρωπολογίας κι έχει επίσης εκπαιδευτεί στην παντομίμα, την κινέζικη όπερα, σε διάφορες μορφές κουκλοθεάτρου και πολλές άλλες παραδοσιακές θεατρικές τεχνικές.
Τα μεγάλα ερωτηματικά, ωστόσο, ήταν δύο: Η επιλογή του συγκεκριμένου έργου και η δεδομένη απειρία του υποκριτικού δυναμικού, όχι του Σκάλα αλλά της Κύπρου, πάνω στο ιδιαίτερο και απαιτητικό αυτό είδος.
Ο Σνίτσλερ έγραψε στις αρχές του 20ού αιώνα το έργο ως τρίπρακτο μπαλέτο παντομίμας, εντάσσοντας σ’ αυτό κλασικούς χαρακτήρες της Κομέντια ντελ Άρτε, όπως τον Πιερότο, την Πιερέτα, τον Αρλεκίνο, τον Πανταλόνε. Ουσιαστικά θέτει ένα μεγεθυντικό φακό πάνω στις εκφάνσεις των συναισθημάτων και το οξύμωρο του έρωτα, που τρέφεται από την υπερβολή της ανάγκης. Έχει άφθονα στοιχεία παλιάς ιταλικής κωμωδίας, γαλλικού θεάτρου και παντομίμας, γι’ αυτό και προσέλκυσε το ενδιαφέρον του Μέγερχολντ και του Ταΐροφ που το πρότειναν ως παντομίμα και αργότερα των Ντε Φίλιππο, Στρέλερ και Φο, που το είδαν ως εν δυνάμει Κομέντια ντελ Άρτε.
Είναι περίπτωση έργου που ακροβατεί ανάμεσα στα αιτήματα για αυτοσχεδιαστική έκφραση και λογοτεχνικότητα. Χαρακτηρίζεται ωστόσο από έναν γκροτέσκο μελοδραματισμό, αφόρητο για τους αμύητους θεατές. Η υφολογική έκφραση βγαίνει με βιομηχανικό σχεδόν τρόπο από το καλούπι, ενώ οι μεταβάσεις και οι συνδέσεις μεταξύ των χαρακτήρων δεν είναι πάντα ξεκάθαρες. Τολμώ να πω ότι εφόσον λήφθηκε η απόφαση στο Σκάλα να δοκιμαστούν πάνω σ’ ένα τόσο πειραματικά κλασικό εγχείρημα, ίσως έπρεπε να κινηθούν σε πιο σίγουρα νερά επιλέγοντας μια ερωτική κωμωδία.
Ο πειραματισμός είναι μέρος της διαδικασίας, ωστόσο είναι μια συνθήκη που απαιτεί εμπειρία. Στο είδος αυτό, σε αντίθεση με αυτό που φαίνεται, η ελευθερία είναι σχετική και η υποκριτική εργασία κάθε άλλο παρά αυθόρμητη, αυτοσχέδια και αδέσμευτη. Επιπλέον, σύμφωνα με την ερμηνεία του Ιταλού θεωρητικού Μπενεντέτο Κρότσε, ο όρος «ντελ άρτε» δεν προϋποθέτει απαραίτητα την αισθητική έννοια, αλλά την τεχνική, με την έννοια ότι εκπληρώνεται από σκληρά εκπαιδευμένους επαγγελματίες. Δηλαδή καλλιτέχνες με εμπειρία στη μιμική, την κωμωδία, το τραγούδι, την κίνηση και επιπλέον με πολύχρονη εξάσκηση στον τυποποιημένο ρόλο που είχαν αναλάβει.
Αντιλαμβάνομαι ότι αυτό είναι πλέον αδύνατο να εφαρμοστεί στο σύγχρονο θέατρο, συνεπώς ο Ίλιεφ κλήθηκε αφενός να κάνει τις κατάλληλες επιλογές και αφετέρου να εργαστεί σκληρά για να καλύψει το δυσβάσταχτο κενό. Δεν μπορώ να πω ότι υποστήριξε άσχημα το πρότζεκτ, ωστόσο τα ιόντα του πειραματισμού και μιας εξεζητημένης αυθεντικότητας, δυσχεραίνουν την ατμόσφαιρα. Επιπλέον, διαπιστώνεται και μια έλλειψη λυγεράδας στο κινησιολογικό λεξικό. Θα μπορούσα να εξαιρέσω τον Σοφοκλή Κασκαούνια που μ’ έναν παράδοξο τρόπο μοιάζει καλά προπονημένος στον ρόλο του Αρλεκίνου.