Με αφορμή τις ζυμώσεις και τους προβληματισμούς που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της διεθνούς διεπιστημονικής ημερίδας που πραγματοποίησε η ΕΘΑΛ στις 11 Μαρτίου με τίτλο «Επανερμηνεύοντας τον Τένεσι Ουίλιαμς: σκηνοθετικές προσεγγίσεις» δράττομαι της ευκαιρίας για να καταθέσω κάποια απλά ερωτήματα.

Αποτελεί βασική καλλιτεχνική αρχή και προϋπόθεση για κάθε σκηνοθεσία, όχι μόνο η έμπνευση που θα πυροδοτήσει τις ιδέες αλλά και η έρευνα που θα τις τεκμηριώσει. Κατά συνέπεια πόσο έγκυρη μπορεί να είναι η αμφισβήτηση που εδράζεται στην προσήλωση σε μια πεπατημένη, σε μια ξεθυμασμένη παράδοση; Και για να το πω ευθέως: μας ενδιαφέρει τι λέει ένα θεατρικό κείμενο ή τι εννοεί ο συγγραφέας που το γέννησε;

Όταν ένας έγκριτος πολιτιστικός συντάκτης θεωρεί ότι περιφρόνησα τη σύμβαση του έργου «Η νύχτα της ιγκουάνα» προκύπτει μια απορία: πώς αντιλαμβάνεται άραγε αυτή τη σύμβαση; Μήπως όπως την είδε το φαντασμαγορικό χολιγουντιανό κατεστημένο ή οι σκηνοθέτες που ο ίδιος ο Ουίλιαμς αποκήρυττε και αφόριζε; 

Στην ημερίδα λέχθηκε ότι η παράσταση παρουσίαζε περισσότερο τη δική μου νύχτα της ιγκουάνα παρά αυτή του Τένεσι Ουίλιαμς. Κι όμως, σ’ αυτή την παράσταση δεν υπάρχει καμία δική μου πρόσληψη. Μόνο επισημάνσεις γνωστές στη βιβλιογραφία και αποδεκτές από τους μελετητές του έργου του Ουίλιαμς. Μήπως τελικά θα έπρεπε οι τοποθετήσεις μας να γίνονται με μεγαλύτερη προσοχή ειδικά αν δεν στηρίζονται σε αποδείξεις και στοιχεία από τις πρωτογενείς πηγές;

Δυστυχώς η άποψη πάνω σε θέματα τέχνης ούτε απόλυτα υποκειμενική μπορεί να είναι ούτε θέμα προσωπικού γούστου. Οφείλει να στηρίζεται σε επιστημονικά πορίσματα, γνώση και κατανόηση της σχετικής γραμματείας, μα πάνω απ’ όλα αισθητική και αντίληψη του βάθους ενός καλλιτεχνικού-πνευματικού εγχειρήματος. Η κριτική είναι πάντα σεβαστή, απαραίτητη και χρήσιμη υπό την προϋπόθεση ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σοβαρότητα και διέπεται από στέρεη επιχειρηματολογία.