Ο Βούλγαρος σκηνοθέτης, ηθοποιός, μίμος και καθηγητής πιστεύει ότι είμαστε στα πρόθυρα μιας νέας θεατρικής αναγέννησης και ότι το μόνο θέατρο που δεν αρέσει στους θεατές είναι το… πληκτικό. 

Θεωρεί ότι η τύχη ήταν απλόχερη μαζί του αφού του έδωσε την ευκαιρία να ταξιδέψει στον κόσμο και να μάθει το θέατρο από μυστήρια και τελετουργίες μέχρι και τις πιο σύγχρονες φόρμες. Ο Αλεξάντερ Ίλιεφ έχει μαθητεύσει κοντά στους μεγαλύτερους δασκάλους της εποχής μας και μέχρι σήμερα έχει σκηνοθετήσει πάνω από 230 παραστάσεις σε όλο τον κόσμο. Η συνεργασία του Βούλγαρου σκηνοθέτη, ηθοποιού, μίμου και καθηγητή με το Θέατρο Σκάλα στο έργο «Το Πέπλο της Πιερέττας» του Άρτουρ Σνίτσλερ σε στυλ Kομμέντια ντελ Άρτε –για πρώτη φορά σε κυπριακή παραγωγή– αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα για το Θέατρο της Λάρνακας.

Όπως σημειώνει ο Ίλιεφ, η Κομμέντια ντελ Άρτε ήταν και παραμένει ένα επίκαιρο είδος θεάτρου. «Πραγματεύεται αιώνια διαχρονικά θέματα, την Αγάπη, την Εξουσία, το Χρήμα, την αμφιβολία, τους δισταγμούς και την Πίστη. Επτά δισεκατομμύρια θεατές σε όλο τον κόσμο κατανοούν αυτή τη γλώσσα. Μπορείτε να φανταστείτε το ηχηρό χειροκρότημά τους.»

Με συναίσθηση της ευθύνης, εντόπισαν με τους Κύπριους συνάδελφους του μια κοινή γραμμή σε πολλαπλά επίπεδα. Η δράση τους και οι διαμορφωμένες από αυτούς μορφές έγιναν η γέφυρα μεταξύ σκηνής και πλατείας. Οι δυσκολίες εννοείται ότι ήταν πολλές και έπρεπε να ξεπεραστούν. Γι’ αυτό και ο Βούλγαρος σκηνοθέτης εκτίμησε το θάρρος, την αντοχή και την αφοσίωσή τους καθ’ όλη τη δημιουργική διαδικασία. «Η παράσταση πραγματοποιήθηκε μέσα σε δύο εργάσιμες εβδομάδες και οι ηθοποιοί έρχονταν σε επαφή για πρώτη φορά στη ζωή τους σε πρακτικό επίπεδο με το πιο πολύπλοκο και τεχνικά πιο δύσκολο είδος θεάτρου, την ιταλική κωμωδία της μάσκας», εξηγεί. «Έπρεπε να γυρίσουν πίσω στην αρχή, να μάθουν να αυτοσχεδιάζουν, να ρισκάρουν, να κινούνται εντυπωσιακά και εκφραστικά, να μιλήσουν με τη γλώσσα του σώματος και να μετατρέψουν τις κλισέ μορφές σε ήρωες με τους οποίους να συμπάσχει το κοινό.» 

Έτσι, ευτύχησε να δει τους ηθοποιούς να απελευθερώνουν τις πραγματικές τους δυνατότητες. Κι όπως επισημαίνει, δεν είναι ότι πίστεψαν τόσο πολύ στον σκηνοθέτη, στο έργο, ή στην προοπτική να γράψουν μια νέα σελίδα στην ιστορία του κυπριακού θεάτρου, όσο στους ίδιους τους εαυτούς τους. 

«Το μόνο θέατρο που δεν αρέσει στους θεατές είναι το πληκτικό» 

Για τον Αλεξάντερ Ίλιεφ το θέατρο είναι σαν ένα παιχνίδι που αποτρέπει τα μεγαλύτερα λάθη στη ζωή μας. «Όταν βλέπουμε τη Μήδεια να σκοτώνει τα παιδιά της ή τον Άμλετ με τον ατέρμονο δισταγμό, γνωρίζουμε ότι οι ενέργειες αυτές είναι επιζήμιες για εμάς και το θέατρο μάς προειδοποιεί να μην τις επαναλάβουμε. Το θέατρο είναι δράση και η δράση είναι η γλώσσα της αλήθειας. Δεν είναι οι λέξεις η ουσία της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά αυτό που πραγματικά γίνεται. Μια μικρή πράξη μπορεί να αντιστρέψει μια ζωή με τυφλή πίστη κι ένα άτομο να κοιτάξει κατάματα την πραγματικότητα. Αν κάποιος επίμονα υποστηρίξει ότι αγαπά μια γυναίκα μόνο στα λόγια, αλλά στην πραγματικότητα δεν κάνει τίποτα για να το αποδείξει, αυτό είναι απλά ένα ψέμα». 

Αντιμετωπίζει επίσης το θέατρο και ως σχολείο, αφού μάς διδάσκει πως να κατανοήσουμε τους άλλους αλλά και τον εαυτό μας. «Η σκηνή είναι ένας μαγικός καθρέφτης στον οποίο ο άνθρωπος βλέπει το αληθινό του πρόσωπο. Το κοινό βλέπει τα λάθη του σε μεγεθυντικό φακό. Υποφέρει μαζί με αυτούς ή γελά, αλλά ποτέ δεν παραμένει αδιάφορο. Γι’ αυτό το μόνο θέατρο που δεν αρέσει στους θεατές είναι το πληκτικό και μονότονο. Πληκτικό σχολείο ίσον αδύναμοι μαθητές». 

Παράλληλα, πιστεύει ότι η σκηνή είναι ένας ναός της πνευματικότητας και μια διαδρομή προς την τελειότητα. «Είναι μια πτήση της φαντασίας την οποία περιορίζει μόνο ο ανθρώπινος νους. Το θέατρο είναι επίσης μια αντιπολίτευση, πάντα ψάχνει να ανοίξει νέους δρόμους για λύσεις στα μεγάλα προβλήματα του κόσμου. Είναι ρεαλιστικό και διορατικό. Είναι αυθόρμητο, αλλά και άπειρα λογικό. Είναι η αλήθεια του εαυτού μας. Γι’ αυτό πιστεύω στον άνθρωπο που παίζει, στον ερμηνευτή».

Υπό το πρίσμα του κοσμοπολίτη δημιουργού, εκτιμά ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα του θεάτρου σήμερα δεν είναι αν θα επιβιώσει αλλά πώς θα προσαρμόσει την παράδοσή του ως τέχνη του λόγου στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη, πολυπολιτισμική κοινωνία. «Ακόμα και η παγκόσμια μόδα να ομιλείται η Αγγλική ως διεθνής γλώσσα δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της κατανόησης των μεγάλων κειμένων του αρχαίου ελληνικού δράματος, της σαιξπηρικής εποχής, του ρομαντισμού, του συμβολισμού, του ρεαλισμού και του θεάτρου του παραλόγου. Αποδείχτηκε ότι ο Λόγος δεν είναι οικουμενικός και ότι ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι τον καταλαβαίνουν και θα ήθελαν να τον καταλάβουν».

Ο ίδιος προβλέπει ότι βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας νέας θεατρικής αναγέννησης. «Ο δρόμος είναι ανοικτός, απλά πρέπει να τον διαβούμε» λέει. Στο πλαίσιο αυτό, πιστεύει ακράδαντα ότι το θέατρο είναι υποχρεωμένο να επιστρέψει στις ρίζες του. Δηλαδή στη δράση. «Είναι οικουμενική και ταυτόχρονα κατανοητή στο Τόκιο, τη Νέα Υόρκη, το Ρίο Ντε Τζανέιρο, παντού. Ο ηθοποιός είναι φορέας της δράσης κι όχι απλά αφηγητής, ο θεατής είναι αυτός που παρακολουθεί κάτι με ενδιαφέρον κι όχι αυτός που μόνο ακούει. Το αλφα και το ωμέγα του θεάτρου είναι ο ηθοποιός. Εάν αυτός επιστρέψει προς τη δράση και παράλληλα με τον λόγο δομήσει μια κατανοητή, γεμάτη, συναισθηματική και θεαματική παράσταση τότε η τέχνη του γίνεται αποδεκτή σε όλο τον κόσμο».

Με τον τρόπο, δηλαδή, που η Κομμέντια ντελ Άρτε παιζόταν στα ιταλικά και κατέκτησε όλο τον πλανήτη.