Σκηνοθέτης και εικαστικός, ο Γιάννης Σκουρλέτης είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση καλλιτέχνη. Είναι η ψυχή της ομάδας bijoux de kant, η οποία δημιουργήθηκε το 2010 με εφαλτήριο το θέατρο, αλλά με θέληση να ξεπεράσει τους όποιους περιορισμούς, να εξελιχθεί σε μια ερευνητική πλατφόρμα που ξεπερνά τα όρια της κυρίαρχης κουλτούρας. Η ομάδα αυτή απευθύνεται στο παθιασμένο κοινό, αυτό που μοιράζεται την αγάπη των συντελεστών «για τους αποσυνάγωγους που έλαμψαν μέσα από τα ράκη τους». Γι’ αυτό και η τελευταία οδηγία που ο ίδιος δίνει πάντα στους ηθοποιούς είναι: «Καιρός να σπάσουμε τις αλυσίδες».
Ο Σκουρλέτης δεν κάνει σχέδια. Αισθάνεται όμως περήφανος από το γεγονός ότι η ομάδα κατάφερε να δώσει το στίγμα της μέσα από την πρωτότυπη νεοελληνική δημιουργία. «Κατάλαβα ότι υπάρχει υλικό ανεξερεύνητο και με ενδιαφέρει να το ανιχνεύσω. Ένας θησαυρός σωματικών συναντήσεων με τη διαχρονία της γλώσσας, του αισθήματος και του συναισθήματος» αναφέρει. Κείμενα της σταθερής συνεργάτιδας της ομάδας Γλυκερίας Μπασδέκη, αλλά και των Άκη Δήμου και Δημήτρη Δημητριάδη κέντρισαν κατά καιρούς τον ενδιαφέρον της ομάδας.
Στην Κύπρο θα τους γνωρίσουμε με αφορμή την παράσταση «Ο γείτονάς μου Ναπολέων Λαπαθιώτης», βασισμένη σε κείμενα των Γιώργου Ιωάννου και Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, που συνέθεσαν ο Σκουρλέτης και η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη. Αφορά στη συνάντηση του κυπριακής καταγωγής καταραμένου ρομαντικού ποιητή, με τον μοναχικό εκπρόσωπο της μεταπολεμικής αστικής ηθογραφίας, Γιώργο Ιωάννου.
«Ζωές ματαιωμένες και συνάμα συναρπαστικές σαν του Ναπολέοντα κόβουν βόλτα γύρω μας, με την τραγική στα όρια του ακραίου ρομαντισμού μοναξιά τους, και δεν τους ρίχνουμε δεύτερο βλέμμα» λέει ο Γιάννης Σκουρλέτης. «Μεγαλοαστός, γιος Υπουργού ο Ναπολέων, μπαινόβγαινε στο σπίτι του ο Βενιζέλος, γνώρισε και τον Καβάφη, όλα στα πόδια του. Τα κλώτσησε όλα ο Ναπολέων, ρίχτηκε στις ηδονές, τις ρούφηξε και τον ρούφηξαν οι ηδονές. Πρέζα και αλητεία και έρωτες του θανάτου. Με έρανο τον έθαψαν-πλήρωσε ο Ουράνης κι ο Καραγάτσης κι η Μυρτιώτισσα για το σάβανο. Για όλα αυτά τον αγάπησα. Για την κούρασή του, για τα φαντάσματά του, για τους μπερντέδες του, για το περίστροφο, για το σπίτι με τις γάτες στο λόφο του Στρέφη, για τους κατιφέδες από τον ρημαγμένο κήπο του που τον στόλισαν εκείνο το κρύο πρωινό του 1944».
Λαπαθιώτης και ο Ιωάννου «συναντιούνται» ποιητική αδεία, μέσα από τα κείμενά τους καθώς γείτονες «έγιναν» μετά τον θάνατο του πρώτου, όταν ο δεύτερος εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα «πάνω σ’ αυτά τα ίδια χώματα με τα ίχνη από τα πατήματα και τα παραπατήματά του», όπως αναφέρει ο Ιωάννου. Τι θα γινόταν όμως αν συναντιόντουσαν πραγματικά; «Σαν ομογάλακτα αδέλφια, ο Ναπολέων κι ο Γιώργος, αποσυνάγωγοι, υπερταλανταντούχοι, εξόριστοι, παθιασμένοι, μόνοι κι οι δύο, θα μιλούσαν για όσα δεν μίλησαν με ένα φιλί στο στόμα, δείγμα αβρότητας, αλλά και εκλεκτικής γειτνίασης ψυχών» εκτιμά ο Σκουρλέτης, τον οποίο γοήτευσε περισσότερο η αγάπη τους στη ζωή και η απέραντη τρυφερότητά τους.
Και αποφάσισε να τους κάνει παράσταση. Η οποία, όπως έχει γραφτεί, «συμπυκνώνει την queer αισθητική». Με ποιον τρόπο όμως; «Με τον τρόπο που το queer είναι friendly στο εξόριστο σώμα, στο σώμα που δεν αφέθηκε να μιλήσει, να αισθανθεί, να χαρεί. Από τις παλαιότερες παραστάσεις τη Ραμόνα και τα Αμάραντα, μέχρι τις πρόσφατες εγκλωβισμένες Κόρες και τον θλιμμένο Ναπολέοντα. Με τον τρόπο που το queer είναι μια άλλη έκφραση του λαϊκού μας πολιτισμού» απαντά.
Ο Γιάννης Σκουρλέτης πιστεύει ότι το θέατρο είναι υπόθεση όσων προσπαθούν να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο. Κι όχι των λίγων. «Όσους άξονες και να άλλαξε, ήθελε πάντα κάπου να απευθυνθεί. Είτε αυτός ο άξονας ήταν προς τον Θεό είτε ήταν προς την εξουσία είτε προς το κενό, πάντα απευθύνεται κάπου. Δεν είναι υπόθεση του ενός. Το θέατρο ήταν πάντα υπόθεση των πολλών, γι’ αυτό και πάντα οι παραστάσεις πρέπει να επιτρέπουν και στον θεατή να γίνεται μέρος αυτής της τελετουργίας». Ο ίδιος σημειώνει ότι το θέατρο είναι μια προσευχή σε ό,τι πιστεύει ο καθένας. «Μπορεί να προσφέρει αυτή την ελάχιστη ψευδαίσθηση αθανασίας. Ξέρετε, τόσο οι θεατές όσο και οι ηθοποιοί είναι σίγουροι ότι δεν θα πεθάνουν όσο διαρκεί η παράσταση. Κάποιοι, μάλιστα, το πιστεύουν και μετά το πέρας της. Αυτό πρέπει να συμβαίνει στο θέατρο, να ακολουθείς, να σου επιτρέπεται να γίνεσαι μέρος αυτής της τελετής, και το ‘τότε που…’ να γίνεται ‘τώρα που…’. Για μένα, αυτό είναι θέατρο, αυτό που γίνεται εκείνη τη στιγμή. Οι ηθοποιοί πρέπει να μπουν σε αυτήν τη συναισθηματική διαδρομή και να βρουν το σώμα τους στον αέναο χωροχρόνο. Δεν υπάρχει ρόλος, υπάρχουμε μόνο εμείς και η αλήθεια μας.»

Η λέξη «σκηνοθέτης» είναι τρομακτική
Η ενασχόλησή του με το θέατρο ξεκίνησε όταν απλώς… πήγε. Και η πρώτη θεατρική εικόνα που θυμάται στη ζωή του, υποστηρίζει ότι είναι ο εαυτός του στην ευρύχωρη σκηνή-κοιλιά της ετοιμόγεννης μητέρας του. Ο Σκουρλέτης πιστεύει ότι η λέξη «σκηνοθέτης» είναι τρομακτική, αλλά ωστόσο τη χρησιμοποιεί όταν πρόκειται να απαντήσει στο ερώτημα «τι επαγγέλεσθε;» Παράλληλα, η ιδιότητα του εικαστικού προδίδει ενδεχομένως και τον ρόλο που διαδραματίζει το οπτικό στοιχείο στις παραστάσεις του. «Είναι άλλο ένα σώμα. Σκηνικός χώρος, γλώσσα, σώματα είναι όλα ενιαία. Δεν διαχωρίζονται. Είμαστε της ολιστικής σχολής, αν το θέλετε…»
Είναι επίσης της άποψης ότι η ίδια η ζωή είναι μια πελώρια εικαστική εγκατάσταση, αλλά και μια δραματουργία εν εξελίξει. «Δεν κάνω τίποτε τεχνητό επί της ουσίας, μερικές φορές μάλιστα νομίζω ότι αγγίζω τον απόλυτο νατουραλισμό. Άγγελοι και εξάγγελοι κυκλοφορούν στα σπίτια μας, στο μετρό, στις υπόγειες διαβάσεις. Σκηνικά και μονόλογοι είναι ο κόσμος. Κουρέλια και τιάρες και στόματα που θέλουν να μιλήσουν, να ανέβουν στη σκηνή και να πουν την εκδοχή τους. Ένας εικαστικός- σκηνοθέτης που καταγράφει έπιπλα και φωνές είμαι. Και η bijoux de kant είναι και το μέσον και το μήνυμα».

Ποια ανάγκη «γέννησε» όμως αυτή την ομάδα; «Η ανάγκη να μας πουν με τ’ όνομά μας. Να μας φωνάξουν ‘γεια σου μπιζού ντε καντ’ στο δρόμο.» Έχουν και μανιφέστο. Που μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η bijoux de kant «εμπνέεται από το μπαρόκ και τον μινιμαλισμό, τον εξπρεσιονισμό και τον κονστρουκτιβισμό, τον ρομαντισμό και την εννοιακή τέχνη», ότι «μετρά τις αποστάσεις με τα δάχτυλα και με τα δάχτυλά της ψαχουλεύει σε συρτάρια μνήμης προσωπικής, συλλογικής, ιστορικής και ακουμπάει θησαυρούς πάνω σε γυάλινο τραπέζι» και ότι «αγαπά να μελετάει συστήματα και μηχανισμούς και παθιάζεται με το σπασμένο δόντι στο γρανάζι που θα κάνει τη μηχανή να καταρρεύσει και να γίνει κάτι άλλο».
Αυτή την περίοδο ο Σκουρλέτης και η bijoux de kant ετοιμάζουν την μπαρόκ όπερα «Η βασίλισσα των ξωτικών» του Χένρι Πέρσελ, που θα κάνει πρεμιέρα στις 27 Απριλίου στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Αν όμως υπάρχει κάτι που επιθυμεί διακαώς να σκηνοθετήσει στο μέλλον είναι τα Άπαντα του Διονύσιου Σολωμού. «Θα ήθελα να σκηνοθετήσω τη ‘Φαρμακωμένη’, τον ‘Ύμνο εις την Ελευθερία’, την ‘Ξανθούλα’. Από το πιο μικρό και αφελές ως το πιο σχεδιασμένο και υψιπετές. Αν κι όλος ο Σολωμός ένα θραύσμα είναι, ένα υπέροχο θραύσμα».
* Η παράσταση «Ο γείτονάς μου Ναπολέων Λαπαθιώτης» φιλοξενείται στις 31 Μαρτίου στο Θέατρο Αποθήκες από το Πανεπιστήμιο Κύπρου και το «Σαλόνι των ξένων» του ΘΟΚ, Εισιτήρια: www.ucy.ac.cy/alumni.