«Τρεις αδερφές» του Άντον Τσέχωφ σε σκηνοθεσία Αστέρη Πελτέκη από την Άνω Θρώσκω Παραγωγές.
Στο συγκλονιστικό εθνογραφικό του οδοιπορικό στη Σαχαλίνη, τη νήσο-κάτεργο της τσαρικής εποχής, ο Τσέχωφ αναφέρεται σε μια φυλή αυτοχθόνων οι οποίοι δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ έτοιμους δρόμους. Η κουλτούρα τους απέρριπτε την ίδια την έννοια του δρόμου. Κάθε φορά άνοιγαν καινούργιους, αποφεύγοντας τις παρεκκλίσεις και ανάγοντας έτσι κάθε διαδρομή σε μια νέα περιπέτεια, με τον τρόπο που το εννοούσε ο ποιητής Αντόνιο Ματσάδο: τον δρόμο τον φτιάχνεις περπατώντας. Εννοείται ότι η φυλή αυτή δεν είχε κανένα μέλλον στον άγρια πολιτισμένο κόσμο μας.
Ο Αστέρης Πελτέκης μού θύμισε κάπως αυτούς τους ιθαγενείς με τον τρόπο που αποφάσισε να πορευτεί στις «Τρεις αδελφές». Μια οιονεί εφηβική άγνοια κινδύνου, ένα τραχύ τσαγανό, μια ξεροκέφαλη πίστη στο αρχικό όραμα, χωρίς διάθεση για ελιγμούς, με πρόθεση να συγκρουστεί κατά μέτωπο με όποια εμπόδια προκύψουν. Αλλά και τα δεδομένα εμπόδια που προϋπήρχαν. Μια πορεία, δηλαδή, σχεδόν καταδικασμένη, που έμοιαζε περισσότερο με απονενοημένη εκστρατεία.
Δεν τον έχω φυσικά για απερίσκεπτο και αυτοκαταστροφικό τύπο. Δεν υπονοώ ότι δεν μελέτησε καλά το έργο, δεν μέτρησε σωστά τα κουκιά του, δεν σπαζοκεφάλιασε να εντοπίσει τα καίρια σημεία ζεύξης του λόγου του συγγραφέα με τις προσλαμβάνουσες του σύγχρονου θεατή. Αντίθετα, είχε πλήρη συναίσθηση των δομικών μειονεκτημάτων της όλης προσπάθειας, γνώριζε ότι δεν είχε ούτε την εμπειρία ούτε το πλήρες υποκριτικό υλικό και την οικονομική άνεση για μια απαιτητική παραγωγή. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή η άκαμπτη τροχιά προς μια χοντρική πρόταση που θα επιχειρούσε να προτείνει κάτι διαφορετικό ήταν προδιαγεγραμμένη.
Οι «Τρεις Αδελφές» είναι μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση δράματος που προσομοιάζει μ’ έναν αραχνοΰφαντο, ντελικάτο ιστό αλληλεπιδράσεων. Για τον κεντρικό του δραματουργικό άξονα, ο ανανεωτής του σύγχρονου θεάτρου κέντησε ψιλοβελονιά μια σειρά από μικρές υποπλοκές, βασισμένες στις προδιαθέσεις, τις διαψεύσεις, τις νευρώσεις, τα φευγαλέα αινίγματα της ύπαρξης και τα καθημερινά ναρκισσιστικά τελετουργικά στον μικρόκοσμο καθενός από τους χαρακτήρες.
Φαινομενικά, η ζωή κυλά φυσιολογικά με συνεχή υπόκρουση, όμως, τη νότα της αναβολής και της προσδοκίας που απλώς περιμένει, σχεδόν καρτερικά, την πικρή της ματαίωση. Όλα συντελούνται υπόγεια. Οι ήρωες είναι μοναχικοί, κουρασμένοι, απογοητευμένοι. Και το βασικό ζητούμενο για τον σκηνοθέτη είναι να μην τους δεματιάσει, αλλά να τονίσει τη διαφορετικότητά τους. Κι αυτό ο Πελτέκης, με έναν ασταθή, αλλά αποτελεσματικό τρόπο, το κατάφερε.
Η σκηνοθετική διαδικασία μοιάζει με παρτίδα σκάκι κι αυτό στα έργα του Τσέχωφ είναι πιο ανάγλυφο. Τα πάντα καθορίζονται από τις επιλογές, τους υπολογισμούς πιθανοτήτων και κινδύνων, τη διαίσθηση, τον τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων που θα προκύψουν στην πορεία, αλλά και τον τρόπο προσαρμογής των δεδομένων στην προκαθορισμένη στρατηγική. Περισσότερο απ’ όλα, όμως, στην ικανότητα αλλαγής στρατηγικής όταν η ακολουθούμενη αποδειχτεί ατελέσφορη. Αντίπαλος στην παρτίδα αυτή δεν είναι ο θεατής ή ο συγγραφέας, αλλά ο ίδιός σου ο εαυτός.
Η στρατηγική της παράστασης της Άνω Θρώσκω Παραγωγές στράφηκε στον υπερτονισμό του κωμικού στοιχείου του κειμένου. Προφανώς, πήρε πολύ κυριολεκτικά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Τσέχωφ χαρακτήριζε τα έργα του «κωμωδίες». Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πάμε να δούμε τις «Τρεις αδερφές» για να ξεκαρδιστούμε στα γέλια. Προσωπικά, θεωρώ ότι είναι ο ορισμός του τραγικού έργου. Δεν είναι τόσο το κωμικό όσο το πνευματώδες στοιχείο που πρέπει να τονιστεί.
Η λεπτή σάτιρα συναντά με μια παιγνιώδη ματιά την τραγικότητα και την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με την ειρωνική πλευρά της ζωής και παγιδεύονται σε γελοίες συνθήκες. Στο έργο αυτό μεγαλύτερη παγίδα είναι η ίδια η πραγματικότητα, ακόμη και η φύση. Το γέλιο κόβεται με τη συνειδητοποίηση ότι είναι εγκλωβισμένοι στην προσωπική τους κόλαση. Και η συντριβή έρχεται όταν πλέον δεν μπορούν να κατηγορήσουν κανένα για το δράμα τους, παρά μόνο τον εαυτό τους.
Το ζήτημα δεν είναι να ξεχωρίσει κανείς τα κωμικά από τα τραγικά στοιχεία, όπως τον κρόκο από το ασπράδι. Αλλά να βρει τρόπο να βγει από τον νοητικό λαβύρινθο που στήνει ο Τσέχωφ με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη άνεση και απλότητα, σαν να επιστρέφει από έναν υγιεινό περίπατο.