«Χαρωπά τα δυο μου χέρια» του Μιχάλη Παπαδόπουλου στο Θέατρο Ανεμώνα σε σκηνοθεσία Αλεξίας Παπαλαζάρου.
Πριν από μερικές εβδομάδες η υποκριτική και επιλεκτικά ευαίσθητη κυπριακή κοινωνία «έπεσε από τα σύννεφα» με αφορμή το θάνατο νεαρής, που ήταν θύμα ενδοοικογενειακής παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης. Το ότι η οικογένεια ήταν θετή είναι δευτερευούσης σημασίας, παρότι οι πτυχές αυτής της υπόθεσης ανέδειξαν ένα τεράστιο απόστημα που μας υπενθύμισε ότι στην πραγματικότητα όλοι οι βιασμοί είναι ομαδικοί κι ότι είμαστε συνένοχοι. Παράλληλα, θα μνημονεύεται στο μέλλον σε σεμινάρια και ημερίδες για τον τρόπο που ανάγλυφα αποτύπωσε τις σοβαρές σωματικές, κοινωνικές, διανοητικές, συναισθηματικές και άλλες συνέπειες στη ζωή του πολυθυματοποιημένου ατόμου.
Η διακριτικότητα και η προστασία της ιδιωτικής ζωής του θύματος είναι κρίσιμης σημασίας. Όσο είναι όμως και η ανάγκη το θύμα να βρει το σθένος να σπάσει τη σιωπή που το κρατά παγιδευμένο στη δοκιμασία του, πετώντας τα βαρίδια της ντροπής, της απώθησης και του φόβου. Είναι ευχή και κατάρα να ζεις σε μια μικρή και υποχρεωτικά κλειστή κοινωνία όπου λίγο- πολύ μεταξύ μας όλοι είμαστε «επώνυμοι» ή φοβόμαστε μήπως… γίνουμε. Ειδικότερα στην Κύπρο, ο φόβος του στιγματισμού και της δευτερογενούς κακοποίησης είναι εξοργιστικά βάσιμος.
Τις ιδιαιτερότητες αυτές αναλογίστηκε ο Μιχάλης Παπαδόπουλος όταν πήρε την απόφαση, μέσα σ’ έναν πρωτοφανή για τα κυπριακά θεατρικά δρώμενα δημιουργικό οίστρο, να αγγίξει κι ένα θέμα εύθραυστο σαν την πορσελάνη και εκρηκτικό σαν τη νιτρογλυκερίνη. Γι’ αυτό και δεν τόλμησε να χρησιμοποιήσει ούτε καν ελληνικά ονόματα. Με εξαίρεση το παιδικό τραγούδι του τίτλου, «Χαρωπά τα Δυο μου Χέρια», ορίζει ως αόριστο χώρο δράσης μια τυπική μεγαλούπολη της «πολιτισμένης» άγριας δύσης, προκειμένου να ξαλαφρώσει τον ήρωά του από το επιπλέον βάρος της ασφυκτικής επωνυμίας. Για να βρει το θάρρος να στραφεί στο κοινό και να εξομολογηθεί τον προσωπικό του Γολγοθά.
Η πορεία αυτή μετά το μεγάλο τραύμα είναι μοναχική και ξεχωριστή για κάθε ένα από τα θύματα. Εντούτοις παρουσιάζει και κάποια κοινά χαρακτηριστικά, σύμφωνα και με αμέτρητες σχετικές μελέτες που διύλισε ο συγγραφέας για να χτίσει ένα ψυχολογικό τοπίο σχεδόν αρχετυπικό. Εκεί τον ακολούθησε και η σκηνοθέτις Αλεξία Παπαλαζάρου που έδωσε βάρος σε μια σχολαστικά ευαίσθητη προσέγγιση του θέματος. Που όταν χρειαζόταν, όμως, έβρισκε την τόλμη να ισορροπήσει στην κόψη μεταξύ μιας σχεδόν ακαδημαϊκής λεπτολογίας και μιας αποκαλυπτικής ωμότητας.
Ανταποκρινόμενος σ’ αυτό τον ρόλο ο Αντρέας Τηλεμάχου προβαίνει σε μια ακόμη σωματική και πνευματική υπέρβαση. Μ’ εκείνο το τυφλό δόσιμο, που ενδεχομένως δεν βρίσκουν όλοι καλλιτεχνικά ενδεδειγμένο, κατορθώνει να αναδείξει τα βαθιά ψυχικά αποτυπώματα ενός ατόμου με χαμηλή αυτοεκτίμηση, με διαστρεβλωμένη αντίληψη για τη σεξουαλικότητα, που παρουσιάζει σοβαρές συναισθηματικές, σωματικές και κοινωνικές δυσλειτουργίες και που έχει άρει την εμπιστοσύνη του στους ανθρώπους. Οι ζοφερές αναμνήσεις, οι βλάβες που προκάλεσε το τραύμα, γίνονται σταδιακά ορατές και οι άνθρωποι που το προκάλεσαν, ο πατέρας- θύτης και ειδικά η αδιάφορη, συμβιβασμένη μητέρα, ζωντανεύουν από τη δική του οπτική γωνία, μέσα από τις αυστηρές και προσεγμένα απόμακρες ερμηνείες του Μαρίνου Ξενοφώντος και της Γιάννας Λευκάτη.
Ο ρόλος του ψυχοθεραπευτή- αφηγητή (Νικόλας Πέτρου) είναι λειτουργικός από τεχνικής και δραματουργικής απόψεως, καθώς το θύμα καταφέρνει να βρει μια μικρή προοπτική ανακούφισης, τολμώντας να μιλήσει για το τραύμα του, ενώ ο συγγραφέας βρίσκει ένα «αλεξικέραυνο» για την καταιγιστική επιστημονική φλυαρία που θεωρεί απαραίτητη για να υπογραμμίσει όλο το εύρος του φαινομένου. Πρόδηλος στόχος είναι η κοινωνική ευαισθητοποίηση, όμως εδώ θα μπορούσα να καταθέσω μια μικρή ένσταση, από καθαρά δραματουργικής σκοπιάς.
Αναπόφευκτα, το αποτέλεσμα ενοχλεί τον θεατή που δεν βολεύεται από την αίσθηση ότι πρόκειται για μια σκηνική σύμβαση κι ότι τα τεκταινόμενα δεν συμβαίνουν απαραίτητα κάπου κοντά. Η παράσταση είναι ταυτόχρονα σκοτεινή και φωτεινή, μέσα από τον πειστικό και ποιοτικών προδιαγραφών λόγο του Παπαδόπουλου. Τα άβολα ερωτήματα που θέτει κολλάνε πάνω μας σαν βδέλλες. Οι οποίες όμως ενίοτε αξιοποιούνται εναλλακτικά και ως εργαλεία θεραπευτικής αφαίμαξης.