«Και το Όνομα αυτού…» των Ματιέ Ντελαπόρτ και Αλεξάντρ ντε λα Πατελιέρ σε σκηνοθεσία Διομήδη Νικήτα.

Μια κλασικού τύπου αστική sitcom δωματίου, και μάλιστα γαλλική, συνήθως κάτω από το ανατρεπτικό και αιχμηρό της πετσί υποθάλπει έναν μηρυκάζοντα καθωσπρεπισμό και μια υπόγεια διάθεση δικαιολόγησης των στερεοτύπων και προκαταλήψεων, αλλά και τήρησης των προσχημάτων στην έκφραση. Το σχήμα με το καλολαδωμένο σουαρέ που πάει στραβά είναι γνώριμο μέχρι κοινοτοπίας, ιδίως στη γαλλική κωμωδιογραφία.

Όμως το δαιμόνιο δίδυμο των κωμωδιογράφων Αλεξάντρ ντε λα Πατελιέρ και Ματιέ Ντελαπόρτ, χωρίς να φέρνει και καμιά επανάσταση στο είδος, ξεγλιστρά κάπως από την πεπατημένη επιστρατεύοντας το τρικ της οικειότητας. Η χαλαρότητα, η επιπολαιότητα και η ευχέρεια «να πεις και μια κουβέντα παραπάνω» είναι το συστατικό που αφήνει στο «Le Prenom- Και το όνομα αυτού» αυτή την πιο πικάντικη επίγευση που εκτόξευσε τη φήμη του εντός και εκτός Γαλλίας. Η ελαφρότητα των διαλόγων «ξεκλειδώνει» το δραματικό στοιχείο. Το κοινό εισέρχεται κι αυτό στην ανάλαφρη ατμόσφαιρα, αφήνεται και εξασθενεί τις αντιστάσεις του μέχρι που αρχίζει το… ταρακούνημα. Σταδιακά η ευχάριστη οικογενειακή εσπερίδα καταλήγει σε πεδίο μάχης.

Τα κωμικά στοιχεία είναι ενσωματωμένα σαν τα βακτήρια στην καθημερινότητα και τις καταστάσεις και απλώς περιμένουν τις κατάλληλες συνθήκες για να αναδειχτούν. Εδώ τις βρίσκουν σ’ ένα κλίμα παρεΐστικο, οικογενειακό όπου μια χοντροκομμένη πλάκα γίνεται η θρυαλλίδα για το big bang που θα βγάλει από τα ντουλάπια σκελετούς καλά κρυμμένους για δεκαετίες. Το γέλιο γέλιο, αλλά και οι προβληματισμοί προβληματισμοί για τον θεατή που απολαμβάνει τη ρεαλιστική εναλλαγή γλυκού- πικρού με την άνεση σκωτσέζου λουόμενου.

Οι συγγραφείς δεν έχουν πρόβλημα να εντάξουν στη συνταγή φαρσικά στοιχεία και νεο-μπουλβάρ μοτίβα επιτρέποντας στο έργο, μετά τα πρώτα αναγνωριστικά λεπτά, να πάρει έναν διαβολικό ρυθμό που σε τραβάει συνεχώς από το μανίκι. Κάπως έτσι, ένα απλό (;) ζήτημα ευστοχίας, καλού γούστου ή έστω πολιτικής και κοινωνικής ευθύνης καταλήγει στη σκιά σοκαριστικών αποκαλύψεων και απροκάλυπτων ταξικών προκαταλήψεων. Οι σκανδαλώδεις προθέσεις γίνονται το εργαλείο ανάδειξης μιας σειράς από ανατροπές, ενδοοικογενειακές τριβές και λεκτικά πάρε- δώσε που καταλήγουν σε μια λοξή κριτική ματιά απέναντι στα μεσοαστικά ήθη.

Το να κάνεις όλα αυτά τα στοιχεία να φαντάζουν επί σκηνής μια βατή διαδικασία είναι φυσικά το ζητούμενο κι ένα επίτευγμα που πιστώνεται στον γαλλοθρεμμένο Διομήδη Νικήτα. Τολμώ να πω ότι με εξέπληξε ευχάριστα καθώς το θεωρώ ένα εγχείρημα δύσκολο, που απαιτεί τουλάχιστον εμπειρία. Εκτός από τη σκηνοθεσία, υπογράφει μετάφραση και διασκευή που κατάφερε να διεκπεραιώσει κάνοντας το ίδιο το κείμενο να λειτουργεί για τους ηθοποιούς ως ένα είδος ερμηνευτικής συντεταγμένης. Και τα κατόρθωσε όλα αυτά έχοντας εναντίον του τα βαρίδια μιας εξαιρετικά χαμηλής για τις προδιαγραφές της παραγωγής επιχορήγησης, καθώς επίσης και τις αναπόφευκτες αυστηρές ρήτρες πνευματικής ιδιοκτησίας από πλευράς των συγγραφέων. Αυτές οι τελευταίες ήταν και ο λόγος που έπρεπε να «λουστούμε» τον καθόλα περιττό εκφωνημένο πρόλογο, αλλά και τον γλυκανάλατο επίλογο που επέβαλε σχεδόν με το ζόρι ένα ανώδυνα ευτυχισμένο τέλος, πατρονάροντας σχεδόν τον θεατή.

Η ουσία όμως είναι στο ενδιάμεσο. Το έργο εκτυλίσσεται κατά κύριο λόγο σε πραγματικό χρόνο και την πλοκή την οδηγούν οι διάλογοι. Απαιτούσε λοιπόν μια ντελικάτη σκηνοθετική γραμμή, που να δουλεύει συνεχώς στην κόψη του ξυραφιού, διατηρώντας τις ισορροπίες ανάμεσα στα λόγια, τις σιωπές και τις χειρονομίες. Παρά τα ασφυκτικά χρονικά πλαίσια της κυπριακής θεατρικής ρουτίνας, η ομάδα δίνει την εντύπωση ότι έκανε πρόβες για πολλούς μήνες. Και ευτυχώς που επετράπη στην παραγωγή να μικρύνει ηλικιακά τους ήρωες κατά μια δεκαετία, επιτρέποντας τουλάχιστον μια ευελιξία στη διανομή.

Εύσημα αξίζουν και στην ερμηνευτική ομάδα που έφερε εις πέρας το καλώς συγκερασμένο αποτέλεσμα. Το εικαστικό και φωτιστικό μέρος της παράστασης είναι πολύ πιο απαιτητικό απ’ ότι ίσως φαίνεται, δεδομένου ότι κατάφερε να μεταμορφώσει ένα μικρό black box χώρο σ’ ένα ευρύχωρο παριζιάνικο σαλόνι.