«Ο Απρίλης είναι ο πιο σκληρός μήνας» έγραφε ο Τ.Σ. Έλιοτ στην «Έρημη Χώρα». Όχι μόνο επειδή «γεννοβολάει πασχαλιές μες από τη νεκρή γη», αλλά κι επειδή «σμίγει μνήμες και επιθυμίες». Στη δική μας έρμη χώρα ο σκληρός μήνας έχει συνδεθεί με τη διοργάνωση του Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες, μια πραγματική όαση στη ζωή των απανταχού εραστών της μεγάλης οθόνης.
Δεν υποτιμούμε, εννοείται, τις προσπάθειες που κάνουν ο Όμιλος και οι κινηματογραφικές λέσχες, ούτε περιφρονούμε την ολόχρονη δράση των αιθουσών που προβάλουν τα σημαντικότερα προϊόντα του εμπορικού σινεμά. Ωστόσο, είναι ξεχωριστό αυτό το ετήσιο ραντεβού των σινεφίλ με ενδεικτικές arthouse χαραμάδες σε διάφορες γωνιές του χαοτικού πλανήτη. Γωνιές γεμάτες ιστορίες που «καίγονται» να ειπωθούν.
Είναι επίσης μια ευκαιρία να ανοίξει και η πονεμένη συζήτηση για τον κυπριακό κινηματογράφο και την ανάγκη της κοινωνίας και των θεσμών να αντιληφθούν την τεράστια δυναμική αυτής της τέχνης στη διακίνηση των ιδεών, στην προώθηση της πολυμορφίας της πολιτιστικής έκφρασης, στη θεμελίωση της εμπιστοσύνης και συναισθηματικής εγγύτητας με άλλους λαούς.
Μια εβδομάδα τον χρόνο, ο κόσμος να χαλάσει, πιέζω την ατζέντα για να αφοσιωθώ στις προβολές, να δω όσο το –ανθρωπίνως- δυνατόν περισσότερες. Πολλές φορές η θέαση μιας εμπνευσμένης ταινίας μπορεί να ξεκλειδώσει, μέσα από το μαγικό φίλτρο της υψηλής τέχνης, αλήθειες και προβληματισμούς πιο αποτελεσματικά και από τις πιο βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αναλύσεις. Με διαφορά δύο ημερών παρακολούθησα στο πρόγραμμα Viewfinder τις ταινίες «Καθήκον» της παλαιστίνιας Αν Μαρί Τζασίρ και «Foxtrot» του ισραηλινού Σαμουέλ Μάοζ, δύο δημιουργούς με εξαιρετικές περγαμηνές από προηγούμενες δουλειές τους. Αμφότεροι κατορθώνουν μέσα από εντελώς διαφορετικούς δρόμους να παρουσιάσουν δύο οπτικές γωνίες μιας κοντινής πραγματικότητας. Κι όλα αυτά εστιάζοντας όχι στη φρίκη του πολέμου, μα στον παραλογισμό της ειρήνης.
Η ταινία «Καθήκον» ρίχνει φως σε μια ιδιαίτερη μέρα για μια οικογένεια αραβοϊσραηλινών χριστιανών στην Ναζαρέτ, την επονομαζόμενη και «αραβική πρωτεύουσα» του Ισραήλ. Ο συμβιβασμένος με την καθημερινότητα πατέρας, που ακόμη δεν έχει χωνέψει την εγκατάλειψή του από την πρώην συζυγό του, περνά μια ολόκληρη μέρα στο αυτοκίνητο με τον ξενιτεμένο και πολιτικοποιημένο γιο του για να μοιράσουν δια χειρός σε συγγενείς και φίλους τα προσκλητήρια γάμου της κόρης της οικογένειας. Αυτό το τοπικό έθιμο γίνεται η αφορμή να αναδειχτούν πτυχές της εύθραυστης σχέσης τους, η απόσταση που τους χωρίζει κυριολεκτικά και μεταφορικά, αλλά και η δυσκολία της αποδοχής από τον καθένα των αποφάσεων του άλλου.
Προσπερνώ τις διεισδυτικές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών Μοχάμεντ και Σαλέχ Μπακρί, που είναι και στην πραγματικότητα πατέρας και γιος και στέκομαι περισσότερο στον αριστοτεχνικό τρόπο με τον οποίο η σκηνοθέτις μέσα από τις απλές καθημερινές κουβέντες, σιωπές και ευτράπελα αναδεικνύει τις λεπτές πολιτικές ισορροπίες, αλλά και την ανάγκη των ανθρώπων να προσδιορίσουν την ταυτότητά τους σ’ έναν περίπλοκο κόσμο.
Από την άλλη, το φιλοσοφικό παζλ του Μάοζ είναι ένα αριστούργημα της τέχνης του κινηματογράφου από όλες τις σκοπιές. Ο τίτλος παραπέμπει στον εξπρεσιονιστικό χορό του ανθρώπου με τη μοίρα και τη ζωή, η οποία πρέπει αναπόφευκτα να κάνει τον κύκλο της. Δεν υπάρχει κάποιο μονοσήμαντο αντιπολεμικό ή φιλειρηνικό μήνυμα, αλλά η πεποίθηση ότι ο πόλεμος δεν σταματά ποτέ και μας τον έχει κηρύξει η αμείλικτη, απρόβλεπτη καθημερινότητα.
Η ταινία χωρίζεται σε τρία κεφάλαια, που εστιάζουν σε διαφορετικά πρόσωπα –ο πατέρας, ο γιος, η μητέρα- και προσεγγίζονται με εντελώς διαφορετική κινηματογραφική προσέγγιση. Με όρους αρχαίας τραγωδίας, ο Ισραηλινός σκηνοθέτης δεν μασάει τα λόγια, ούτε τα μέσα του και είναι βαθιά επικριτικός εναντίον της ίδιας του της χώρας. Πραγματεύεται τον χειρότερο ανθρώπινο εφιάλτη, την απώλεια ενός παιδιού, με ασυγκράτητη τόλμη και επιστρατεύοντας ποικίλες κινηματογραφικές και αφηγηματικές τεχνικές. Χορογραφεί το μοιραίο και το πένθος έχοντας μελετημένη και την παραμικρή οπτική λεπτομέρεια στα κάδρα του.
Καταφέρνει έτσι να αποτυπώσει το συλλογικό θυμικό και να συνθέσει το ψυχολογικό προφίλ μιας χώρας σε συνεχή επιφυλακή και σε ηθικό αδιέξοδο.