«Φαίδρα» του Γιάννη Ρίτσου σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Μπρατάκου και Αλέξανδρου Αχτάρ.

Ο στόχος για τον Παναγιώτη Μπρατάκο και τον Αλέξανδρο Αχτάρ, όταν καταπιάστηκαν με τη «Φαίδρα» του Γιάννη Ρίτσου, ήταν να ισορροπήσουν πάνω από το ιδανικό χάσμα μεταξύ υπερδραματοποίησης και απλής απαγγελίας. Σ’ αυτόν τον στόχο συγκεντρώθηκαν, εκεί επένδυσαν τις δημιουργικές τους δυνάμεις, αυτό χρησιμοποίησαν ως μπούσουλα στην καλλιτεχνική τους πρόταση. Με πλήρη συναίσθηση, θέλω να πιστεύω, ότι αυτή η «χρυσή τομή» είναι μια ουτοπία κι ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει τρίτος δρόμος. Ό,τι πιο κοντινό στο ιδανικό είναι αυτό που ταλαντεύεται, που φλερτάρει διαδοχικά πότε με τη μια και πότε με την άλλη πλευρά της πλάστιγγας.

Άλλωστε, ούτε ο ίδιος ο ποιητής φαίνεται να είχε αποφασίσει σε ποιο βαθμό ενδιαφερόταν για τη δραματική στιβαρότητα και την αφηγηματική συνέπεια περισσότερο απ’ ό,τι για την ποιητική ενατένιση και την εκφραστική οικονομία. Η «Φαίδρα» συγκαταλέγεται στις μείζονες αρχαιόθεμες συνθέσεις του. Είναι ίσως ένα από τα πιο αινιγματικά έργα του, επειδή εμφορείται από ένα πάθος ηφαιστειώδες, έναν αισθησιασμό τόσο φορτισμένο που η λυτρωτική του δύναμη σχεδόν σε σκλαβώνει.

Ο Ρίτσος είναι κατεξοχήν αισθησιακός ποιητής. Στο έργο αυτό βουτάει στο κόκκινο την αιώνια πάλη μεταξύ έρωτα και θανάτου, δημιουργίας και αποσύνθεσης, σώματος και πνεύματος. Μιλάει για μια πολυκέφαλη, λερναία επιθυμία και μάς παρασύρει σε μια γκρίζα ζώνη έντασης και ακρότητας, όπου η ίδια η ιδιότητα του «απαγορευμένου» ανάγει το συναίσθημα στη διακεκριμένη σφαίρα του ιερού. Ο ερωτισμός μετατρέπεται σε αχαλίνωτη ανατρεπτική δύναμη που επιδοκιμάζει τη ζωή «μέχρι θανάτου», όπως θα έλεγε κι ο Μπατάιγ.

Οι δύο νεαροί τολμητίες δοκίμασαν μια πρόταση σύγχρονου ποιητικού θεάτρου καταλήγοντας στο βιβλιοπωλείο MERES, στην εντός των τειχών Λευκωσία, ορίζοντας βασικά τον ίδιο τον χώρο ως σκηνικό. Η σκηνοθεσία είναι αφαιρετική, τα σκηνικά αντικείμενα ελάχιστα και το κόκκινο του πάθους, του αίματος και της φωτιάς διαχέεται μέσω του πύρινου λόγου του ποιητή, με τη μορφή μιας ερωτικής εξομολόγησης που ξεχύνεται σαν διάπυρο τήγμα που αποζητά εκτόνωση.

«Ολάκερη κόκκινη απ’ το αίμα, μέσα κ’ έξω» είναι η Φαίδρα της Χριστίνας Κωνσταντίνου. Υποκρίνεται με μια αξιοσημείωτη ελευθερία και λειτουργεί ως αγωγός των συμβολισμών ενός αφοπλιστικού μονολόγου που επιζητεί απελπισμένα να γίνει διάλογος. O συνειδησιακός και ψυχοσωματικός της Γολγοθάς, το αδιέξοδο του πάθους, η ερωτική μανία, ο φαύλος κύκλος της έξαψης αποτυπώνονται μέσω μιας αυτοαναλυτικής ερμηνείας την οποία χρωματίζουν οι σιωπές, η άστατη βραχνάδα στη φωνή, οι γητευτικοί αναστεναγμοί, οι λάγνες ματιές. 

Σε αντίθεση όμως με τον ρόλο, για την ηθοποιό η εκτόνωση δεν είναι το ζητούμενο. Πρέπει να συγκρατείται, να παραμένει σε συνεχή διέγερση. Η πρωταγωνίστρια ευτυχώς δεν εκμεταλλεύτηκε τη σκηνοθετική ελευθερία για να παρεκκλίνει στη σκηνική υπερβολή. Η υποκριτική εργασία έδινε την αίσθηση μιας μάταιης προσπάθειας τιθάσευσης ενός εθιστικού πάθους που συνεχώς διογκώνεται, χωρίς να ντρέπεται να εκτραπεί προς το ηδυπαθές, καθώς σκαρφίζεται μεθόδους για να κάμψει την αντίσταση του όμορφου νεανία. Η εξαγνιστική της πορεία προς την αμαρτία ανεβάζει τη θερμοκρασία στον χώρο, δημιουργώντας μια άβολη συνθήκη θέασης.

Κατά την επιθυμία του Ρίτσου, ο αγνός νέος είναι σκηνικά παρών (Παναγιώτης Μπρατάκος), εντελώς σιωπηλός και ανέκφραστος, παρότι η τοποθέτησή του στην εξωτερική πλευρά του χώρου υπογραμμίζει την κατηγορηματικότητα της απόρριψης. Μοναδική κίνηση η ανεπαίσθητη περιστροφή του μπουκέτου με τα άνθη, δηλωτική μιας αμυντικής, εξορκιστικής κίνησης ενάντια στη γητειά, που λειτουργούσε και σαν σαρδόνιος συμβολισμός της αρμονίας και της αέναης επιστροφής.

Ο μουσικός Γιώργος Καλογήρου με το ούτι και τη φωνή του, εν είδει Χορού, τονίζει την εξέλιξη του δράματος. Μεσολαβεί ως μεταφορέας των συνειδησιακών ενστάσεων του Ρίτσου, βοηθώντας παράλληλα και σε μια μελωδική απεικόνιση των σκηνικών οδηγιών του ποιητή.